Το πολύτιμο πετράδι του Μπουτάν

-Ένα Σύντομο Οδοιπορικό-
Το ταξίδι αρχίζει πάντα πριν ξεκινήσεις. Με την πρώτη ιδέα, το πρώτο ρίγος της συναρπαστικής εκείνης αγωνίας που σε διακατέχει όταν σκεφτείς να μεταφερθείς στην άλλη άκρη του κόσμου, να δεις πώς ανατέλλει και πώς δύει ο ήλιος μέσα στις καρδιές των ανθρώπων που φαντάζουν τόσο ξένοι-εξωτικοί και συνάμα τόσο κοντινοί… Κάπως έτσι τρύπωσε στο μυαλό μου, εδώ κι ένα-δυο χρόνια η ιδέα να πάω στο Μπουτάν!
Σαν τουριστικός προορισμός, το μακρινό Μπουτάν, με ένα κόστος βίζας 250 δολαρίων την ημέρα, μοιάζει με άπιαστο, σχεδόν ανέφικτο όνειρο. Διάβαζα στον Τύπο ότι είναι ένα βασίλειο χαμένο στα ριζά των Ιμαλάϊων, με βλάστηση πλούσια σαν τη πρώτη μέρα της Γένεσης, με χαμογελαστούς κατοίκους που φορούν μόνο τα παραδοσιακά υφαντά χρωματιστά ρούχα και με έναν νεαρό βασιλιά που κατέβασε τους απρόθυμους υπηκόους του με το ζόρι στις εκλογές για να ψηφίσουν συνταγματική και όχι απόλυτη μοναρχία… Ένα κράτος που αντιστέκεται στη καπιταλιστική κονσερβοποίηση ανθρώπων και συνειδήσεων, μετρώντας την Εθνική Ακαθάριστη Ευτυχία ( Gross National Happiness) αντί για το Εθνικό Ακαθάριστο Προϊόν… Ένας τόπος, ίσως ο τελευταίος που θεωρείται ζωντανός παράδεισος πάνω στη Γη, η τελευταία Σάνγκρι Λα…
Όταν οραματίζεσαι κάτι, κάποιες φορές, έχεις τη τύχη (ή το καλό κάρμα αν θέλετε), να συγκεντρωθούν οι ευοίωνες συνθήκες που θα επιτρέψουν να πάρει σάρκα και οστά! Κάπως έτσι, στα τέλη του περασμένου Νοεμβρίου, δέχτηκα ένα email πρόσκληση- πρόκληση: θα μπορούσα να ταξιδέψω στο Μπουτάν και να μείνω εκεί επί έναν μήνα για να παρακολουθήσω ένα εντατικό και εκτενές πρόγραμμα βουδιστικών μεταδόσεων από τον Μεγάλο Δάσκαλο Ντζόνκσαρ Κυέντσε Ρίνποτσε. Μοναδική ευκαιρία… Έλα όμως που οι μεγάλες ευκαιρίες στη ζωή μας φέρνουν συνήθως μαζί τους και… μεγάλες ανησυχίες!
Καταρχάς το ταξίδι αυτό θα έπρεπε να το κάνω μόνη μου… Έπρεπε μέσα σε δέκα μέρες να προλάβω τις διαδικασίες της βίζας από Αθήνα για Ινδία, να βγάλω τα εισιτήρια από Θεσσαλονίκη για Δελχί, από εκεί να κλείσω εσωτερική πτήση για τη μακρινή ινδική πόλη Γκουαχάτι και από εκεί να περάσω τα σύνορα του Μπουτάν με ταξί-τζιπ και να συνεχίσω την ανάβαση στα Ιμαλάια, μέχρι το απομακρυσμένο μοναστήρι του Μπάρτσαμ… κι όλα αυτά, έπρεπε να τα κάνω με δανεικά χρήματα! Καταλαβαίνετε ότι με έπιασε μια σχετική ανασφάλεια, την οποία ευτυχώς σύντομα διέλυσα με την εποικοδομητική παρότρυνση κάποιων καλών φίλων… Νισάφι, έπρεπε να το τολμήσω!
Βρέθηκα λοιπόν στο αχανές αεροδρόμιο της Ιστανμπούλ περιμένοντας τη πτήση για Δελχί, η οποία καθυστέρησε, ούτε λίγο ούτε πολύ για κανένα 8ωρο, λόγω της κλασσικής ομίχλης που σκεπάζει το χειμώνα τη πόλη, αγκαλιασμένη ασφυκτικά με την αποπνικτική αιθαλομίχλη… Έφτασα στο Δελχί με το απαραίτητο χτυποκάρδι για το αν θα έβρισκα τον άμοιρο τον ταξιτζή που περίμενε όλη μέρα με το όνομά μου γραμμένο σε μια μικρή πινακίδα.
Εντάξει. Δελχί. Βαθιά ανάσα. Το τρένο της κοινής αντίληψής μου έχει ήδη αρχίσει να τρέχει ανάποδα. Το ξέρω, εδώ και κάποια χρόνια, ότι η Ινδία επιφέρει μια μοναδική επίθεση στις αισθήσεις και στις αντιλήψεις μου. Είναι σαν να το κάνει επίτηδες! Αναδεύει όλες τις πτυχές του κομφορμισμού και της μικροαστικής μου ευπρέπειας. Μα τρομάζει, με μαγεύει, με αηδιάζει, με συναρπάζει. Να μην σας τα πολυλογώ, έστω και μισή ώρα Ινδίας (και ειδικά στο Δελχί) αποτελεί για μένα over dose. Θέλω να χαθώ, να εξαφανιστώ μέσα σε αυτήν πολύβουη και πολύχρωμη χοάνη και ταυτόχρονα να βρω κάπου να κρυφτώ, ένα δωμάτιο με τέσσερις τοίχους και κλειστή πόρτα ώστε να αφήσω την Ινδία απ’ έξω. Αλλά είναι αδύνατο. Ο, τι και να κάνω, η Ινδία με καταπίνει. Όταν είμαι εκεί νιώθω ότι ζω στη κόλαση, κι όταν φεύγω, νιώθω ότι άφησα πίσω μου τον παράδεισο… Απίστευτα απρόβλεπτη, προκλητική, παραβιαστική, δυνατή εμπειρία, που σε αφήνει διαλυμένο σαν τα γρανάζια μιας παλιάς μηχανής. Υποθέτω ότι αυτό γίνεται ακριβώς γιατί έτσι πρέπει να γίνει. Να αφήνουμε πίσω τον νευρωτικά συγκροτημένο εαυτό μας για να μπορούμε να ανακαλύψουμε τον φρέσκο αέρα μέσα μας. Να αφήνουμε την πολυπλοκότητά μας πίσω, να πέφτει σαν ξερό κλαδί από το δέντρο της παρούσας στιγμής…
Μετά από «ξεκούραση» λίγων ωρών, μαζεύω λοιπόν τα κομμάτια μου και κατευθύνομαι χαράματα ξανά στο αεροδρόμιο για να πετάξω με την όνομα και πράγμα Spicy jet στο Γκουαχάτι. Υπέροχη ανατολή πίσω από μικρό παραθυράκι, συνωστισμένο μικρό αεροπλάνο με μυρωδιές γνώριμες ιδρώτα και κάρυ, καυτερά noodles για πρωινό: παρηγορούμαι μόνο στην ιδέα ότι τα καυτερά με προφυλάσσουν από τα μικρόβια. Κατεβαίνω κι επιβιβάζομαι στο μικρό ταξί που με οδηγεί πολύ σύντομα στη πόρτα του Μπουτάν. Όταν μιλάμε για πόρτα, κυριολεκτούμε. Μια πύλη, με τον τίγρη και τον δράκο με υποδέχεται με ανοιχτές αγκάλες.
Κάπου εδώ έχω αρχίσει να συγκινούμαι. Στο κάτω – κάτω της γραφής, δεν ξεχνώ ότι αυτή η χώρα είναι η μοναδική επάνω σε αυτόν το πολύπαθο πλανήτη, που έχει σαν επίσημη δηλωμένη θρησκεία τη Βατζραγάνα, το Αδαμάντινο Όχημα που δίδαξε ο Βούδας και άσκησε ο Μιλαρέπα και τόσοι άλλοι άγιοι γιόγκι που φτάσανε στη φώτιση μέσα σε μια ζωή… Με τις σκέψεις αυτές εισέρχομαι στο βασίλειο του Μπουτάν, κι έτσι μου ‘ρχεται να βγω να φιλήσω αυτό το χώμα που έχει περπατηθεί μόνο από Βουδιστές, που προσεύχονται εδώ και χιλιάδες χρόνια για το καλό όλων των όντων –ευτυχώς, όμως, για το δικό μου καλό, η σεμνοτυφία μου με σταματάει!
Αφού λοιπόν διασχίσουμε με το τζιπ που αγκομαχάει ημιτροπικά δάση με ελέφαντες, τίγρεις, μπανανιές κα χασισόδεντρα, αρχίζουμε να πλησιάζουμε τα 2500 μέτρα υψόμετρο και φτάνουμε στο απομονωμένο μοναστήρι του Μπάρτσαμ. Βαθιά νύχτα. Παγωνιά και αστέρια, που θαρρείς είναι πιο κοντά σου.
Από το επόμενο πρωινό και επί τρεις συνεχόμενες εβδομάδες, το πρόγραμμα είχε ως εξής: ξυπνούσαμε στις 4.30 το πρωί, φεύγαμε από το σχολείο του χωριού που είχε μετατραπεί σε ξενώνας για τους λιγοστούς παλαβούς ξένους και ανηφορίζαμε στοιβαγμένοι σε ένα μικρό βανάκι προς το μοναστήρι, όπου καθόμασταν επί δώδεκα ώρες την ημέρα έξω, στο ύπαιθρο, κάτω από μια τεράστια τέντα και ακούγαμε τον ακούραστο σε ενέργεια και απύθμενο σε σοφία Δάσκαλο να απαγγέλει στα Θιβετανικά έναν κύκλο μεταδόσεων, ασκήσεων και προσευχών (του μεγάλου Τέρτον Πέμα Λίνγκπα). Περιστοιχιζόμασταν δε από χιλιάδες μοναχούς ντυμένους στα μπορντό ράσα και λαϊκούς Μπουτανέζους που κατέφθαναν καθημερινά με όλη τη φαμίλια τους, μικρά παιδιά και γέρους, με όλη την οικοσκευή τους, οι οποίοι στήνανε τα παραπήγματά τους σε αυτοσχέδιες τέντες, σκηνές, και πάγκους. Αυτά τα ίδια εξυπηρετούσαν πολλαπλές χρήσεις: μέσα εκεί κοιμόντουσαν, ήταν μαγαζάκια που πουλούσαν του κόσμου τα καλούδια και τις νύχτες μεταμορφωνόταν σε ταβέρνες που σέρβιραν το περίφημο ‘άρα’, το δυνατό τοπικό ρακί με ωμό κρόκο αυγού…
Η πρώτη εντύπωση παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια: ένιωθα ότι είχα μεταφερθεί με έναν μαγικό τρόπο στο Σάιρ του Τόλκιν, ανάμεσα σε καλοπροαίρετα και παιχνιδιάρικα Χόμπιτ. Με κοιτούσαν κι έσκαγαν στα γέλια! Μου μιλούσαν και με έπιαναν με τα χέρια τους. Εγώ απλά χαμογελούσα, προξενώντας νέα κύματα γέλιου. Ανακουφίστηκα όταν είδα ότι το ίδιο γινόταν και με τους άλλους ξένους, αλλά και μεταξύ τους. Καλόκαρδα πειράγματα και φιλικές πονηριές ανταλλασσόταν διαρκώς, κάνοντας την ατμόσφαιρα πολύ φιλική και άνετη. Η παγωνιά τρυπούσε τα κόκαλα. Ένιωθες όλο το σώμα να πονάει και η μόνη παρηγοριά ήταν το (άλλοτε γλυκό κι άλλοτε αλμυρό) καυτό τσάι με βούτυρο που σερβιριζόταν ανά τακτά διαστήματα από τους ακούραστους μοναχούς. Ο Ρίνποτσε (τιμητικός τίτλος για τους μεγάλους Λάμα, που σημαίνει: ‘πολύτιμος’), στεκόταν ακλόνητος, καθισμένος στον ψηλό του θρόνο και ο διαλογισμός του απλωνόταν σαν μια τεράστια ομπρέλα που μας κάλυπτε όλους- άντρες, γυναίκες, μικρά παιδιά, ζώα, γέρους, μοναχούς και λαϊκούς, ντόπιους και ξένους- χωρίς καμιά εξαίρεση. Ένιωθα σαν να βρίσκομαι στην αγκαλιά μιας οικουμενικής μάνας, χωρίς ταυτότητα, χωρίς προορισμό – μόνο ύπαρξη- σκέτη παρουσία.
Τα εκτυφλωτικά χρώματα των ρούχων και οι εκκωφαντικοί ήχοι των μουσικών οργάνων συνέθεταν ένα ασύγκριτο ψηφιδωτό που θύμιζε πολύβουη κυψέλη. Πού και πού μια σκέψη περνούσε από τον νου μου: Τι εξωφρενικό στα αλήθεια! Στη κορυφή του κόσμου, στη μέση του πουθενά, να ξαφνικά μαζεμένοι μερικές χιλιάδες τρελλών ανθρώπων που ψάλλουν μάντρα και προσεύχονται νυχθημερόν για το καλό όλων των όντων…!
Οι μέρες περνούσαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο ρυθμός επαναλαμβανόμενος, η ροή ανεμπόδιστη. Ο δάσκαλος εκεί, βράχος υπομονής και αγάπης. Εμείς οι υπόλοιποι να πλέουμε σε πελάγη ευτυχίας. Κάθε στιγμή η ευλογία αυτών των προσευχών έρρεε σαν νέκταρ και διαπερνούσε το μεδούλι των κοκάλων μας. Δεν χαμπαριάζαμε πια ούτε από κρύο, ούτε από ζέστη, ούτε από πείνα, ούτε από κούραση. Το σώμα στεκόταν ακίνητο στη θέση του διαλογισμού χωρίς προσπάθεια. Απλά και χαλαρά.
Γνώρισα πολλούς άγνωστους φίλους εκεί. Ανοιχτές καρδιές και γελαστά μάτια… Θυμάμαι, μια μέρα που πρέπει να είχα πυρετό, μια Μπουτανέζα μεσήλικη που καθόταν πίσω μου με το που με είδε, με ρώτησε ανήσυχη σε σπαστά αγγλικά: ‘είσαι καλά;’. Η χαρά και ο πόνος ήταν άμεσα μεταδοτικά. Όλοι μαζί, γελούσαμε και κλαίγαμε. Θαρρείς και η ανθρωπιά γινόταν κάτι πιο αληθινό και πιο χειροπιαστό στο Μπάρτσαμ. Οι άνθρωποι ήταν πιο ‘ανθρώπινοι’….
Φεύγοντας από το μοναστήρι κατευθύνθηκα μαζί με μια μικρή ομάδα μοναχών στο νοτιότερο Ντεουατάνγκ, όπου παρέμεινα επί μια εβδομάδα σε ένα υπέροχο μοναστήρι δίπλα στη ζούγκλα. Εκεί δεν υπήρχε το τσουχτερό κρύο, ο πεντακάθαρος ξενώνας έμοιαζε με καινούργιο ξενοδοχείο, το φαγητό (πάντα ρύζι με λαχανικά) δεν ήταν τόσο καυτερό και πλενόμασταν με ζεστό νερό! Ιδανική εμπειρία βαθμιαίας αποκατάστασης από τη φυσική ζωή πίσω στον ‘πολιτισμό’… Στο Ντεουατάνγκ υψώνεται και ο υπέροχος λευκός ναός με έναν τεράστιο πέτρινο Βούδα ινδικής τεχνοτροπίας. Τις ημέρες της παραμονής μου εκεί, είχα τη τύχη να παρευρεθώ στις πολυήμερες τελετές υποδοχής ενός ιδιαίτερου ιερού αντικείμενου (Κούτσαπ) το οποίο περιέχει ένα μικρό αγαλματάκι (Τέρμα) που προέρχεται από τον ίδιο τον Γκούρου Ρίνποτσε, τον λεγόμενο δεύτερο Βούδα, που εισήγαγε τη Βατζραγιάνα στα Ιμαλάια. Η κατάνυξη και η ευλάβεια των κατοίκων της περιοχής ήταν πράγματι αξιοσημείωτη. Τελούσαν συνέχεια περιστροφές και προστερνισμούς απαγγέλλοντας προσευχές και μάντρα. Νομίζω ότι στο Μπουτάν προσεύχονται πιο φυσικά απ’ ο, τι αναπνέουν!
Η επιστροφή έχει πάντα τη γεύση της παραίτησης. Αυτή τη φορά όμως υπήρχε η αίσθηση μιας βαθιάς ικανοποίησης: τα είχα καταφέρει! Πήγα στην άκρη του κόσμου, γύρισα τον κόσμο μου ανάποδα και βρήκα το πολύτιμο πετράδι της καρδιάς μου, άθικτο, όρθιο, λαμπερό…
Έτσι λοιπόν, έφτασα πάλι με τζιπ στο ινδικό Γκουαχάτι, πέταξα στο Δελχί και πίσω στην Ιστανμπούλ και στη Θεσσαλονίκη, κουβαλώντας όχι μόνο τις ατελείωτες αναμνήσεις μου από αυτόν τον υπέροχο και μοναδικό τόπο, αλλά κυρίως αυτό το πολύτιμο πετράδι που είναι τόσο κοντά και τόσο μακριά: τη καρδιά μου.

Advertisements
Standard