Τίποτε άλλο!

Το μεσημέρι κάθισα στη βεράντα του ξύλινου σπιτιού και άφησα το βλέμμα μου να περιπλανηθεί στα δέντρα και στα χόρτα που χόρευαν στον άνεμο. Ανυποψίαστα έντομα διεκδικούσαν έντονα το χώρο. Πού και πού ακουγόταν ένα διαβατάρικο πουλί. Τίποτε άλλο… Πού και πού εμφανίζονταν κάποιες διαβατάρικες σκέψεις. Τίποτε άλλο… Κάποιες αναμνήσεις έπαιρναν μορφή κι ύστερα διαλύονταν σαν τα σύννεφα. Τίποτε δεν έμενε. Το μόνο που υπήρχε ήταν κάποιες στιγμές μετέωρες, σαν χάντρες περασμένες στο κομπολόι της ζωής μου. Σκέφτηκα: υπάρχει άραγε τίποτε άλλο εκτός από αυτό;
Σε λίγο όλα άρχισαν να μ’ ενοχλούν. Η διαύγεια «ράγισε» σαν παλιό κρυστάλλινο ποτήρι. Τα έντομα είχαν αρχίσει να εξερευνούν επίμονα την επιφάνεια του δέρματός μου. Το στομάχι μου γουργούριζε ζητώντας κάτι πιο «υλικό» μετά από τα τσίπουρα που είχαμε πιει στην πλατεία του χωριού. Πεινούσα, νύσταζα, ζεσταινόμουν κι επιπλέον οι σκέψεις για τις δουλειές που «έπρεπε» να γίνουν στο κτήμα βουίζανε μέσα στο κεφάλι μου πιο έντονα και από τις μέλισσες. Ανησυχία, αστάθεια, ανικανοποίητο. Όλα τα στερητικά -α που σφραγίζουν την εμπειρία μας. Σκέφτηκα: υπάρχει άραγε τίποτε άλλο εκτός από αυτό;
Τι παραπάνω είναι αυτό που ονομάζουμε «ζωή μας»; Όταν μας ρωτήσουν, πρόθυμα αναμασάμε αναμνήσεις, τίτλους, πιστοποιητικά, ιατρικούς φακέλους, φωτογραφίες και οτιδήποτε θεωρούμε ότι περιέχει, μέσα στη σύντομη διήγησή του, το εκτενές βίωμα που ονομάζουμε «ζωή μας». Νομίζουμε ότι η ζωή μας αρχίζει και τελειώνει μια συγκεκριμένη ώρα και ημερομηνία. Ότι έχει αστυνομική ταυτότητα, ΑΦΜ, διαβατήριο, ΑΜΚΑ, αριθμούς κινητών τηλεφώνων και τραπεζικών λογαριασμών. Νομίζουμε ότι η ζωή μας είναι αυτό που θυμόμαστε, όταν το θυμόμαστε. Συζητάμε με παλιούς φίλους ή συγγενείς και απορούμε με το γεγονός ότι αυτοί «θυμούνται» κάτι εντελώς διαφορετικό από εμάς! Θέλουμε να φύγουμε, επιδιώκοντας να αφήσουμε στην άκρη τον παλιό εαυτό που μας έχει κουράσει και να υποδυθούμε έναν άλλο, πιο φρέσκο, πιο ανάλαφρο. Κατασκευάζουμε την πραγματικότητά μας με τα υλικά των ειδήσεων των οκτώ και των τηλεοπτικών διαφημίσεων. Νομίζουμε ότι για την κακοδαιμονία μας φταίει η οικονομική κρίση και ότι αν ξυπνήσουμε ένα πρωί έχοντας το αυτοκίνητο, το σπίτι και τη σύνταξη των ονείρων μας, θα είμαστε «ευτυχισμένοι». Κι όμως. Υπό το φως της παρούσας στιγμής, της κάθε μιας παρούσας στιγμής, η «ζωή μας» δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ροή της μετα-γεύσης της εμπειρίας μας.
Για παράδειγμα, κάποια στιγμή συμβαίνει κάτι. Ας πούμε ότι συναντάμε ένα άτομο. Έχουμε μια συγκεκριμένη αίσθηση γι’ αυτό το άτομο. Ευχάριστη, δυσάρεστη, ουδέτερη, οτιδήποτε. Η εμπειρία μας αυτή αφήνει ένα συγκεκριμένο αποτύπωμα στο νου μας. Κάθε φορά που θα συναντήσουμε ξανά στο μέλλον αυτόν τον άνθρωπο, η εντύπωση αυτή από την εγγραφή της παλιάς εμπειρίας μας αναβιώνει. Αν το σκεφτούμε, θα δούμε ότι σε όλα τα πράγματα λειτουργούμε έτσι. Βιώνουμε κάθε στιγμή τις μετα-γεύσεις των παλιότερων εντυπώσεών μας. Και με αυτόν τον τρόπο συλλέγουμε, κατασκευάζουμε, ανακατασκευάζουμε, τακτοποιούμε, αναδιαμορφώνουμε, επιλέγουμε, επανατοποθετούμε, διαχειριζόμαστε, ιεραρχούμε, χειραγωγούμε τις «αναμνήσεις» και τις αντιλήψεις μας. Πάνω στις εντυπώσεις και στις αντιλήψεις μας κολλάμε μια ευρύχωρη ετικέτα («κύριος ή κυρία τάδε»), που περιέχει όλα τα αγαπημένα μας στοιχεία μελοδράματος, ηρωισμού, θυματοποίησης, εξωτισμού, περιπέτειας και οτιδήποτε άλλο θεωρούμε ότι περιέχει η ζωή μας. Ταυτιζόμαστε με αυτή την ταμπέλα, με αυτό το σενάριο ζωής και νομίζουμε ότι είναι αληθινό, ότι είμαστε πράγματι «εμείς»… Άτομα με ημερομηνία παραγωγής και ημερομηνία λήξης. Και το πρόβλημα είναι ότι αυτή η ταύτιση, αυτή η προσκόλληση σε μια συγκεκριμένη ταυτότητα, ακριβώς επειδή είναι ψευδής συνείδηση, δεν «στέκει» και αργά ή γρήγορα δημιουργεί όλα μας τα προβλήματα: όλες τις ματαιώσεις, τις ελλείψεις, το ανικανοποίητο και τη μοναξιά που νιώθουμε. Αργά ή γρήγορα το οικοδόμημα δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες μας. Και τότε νιώθουμε «προδομένοι». Από τους άλλους, από τη ζωή, από τον «Θεό»…
Πόσες φορές, μετά από μια προσωπική δοκιμασία, δεν αναρωτιόμαστε: «Γιατί να μου συμβεί εμένα αυτό;». Λες κι έχουμε υπογράψει συμβόλαιο ασυλίας από τη δυστυχία. Μέσα στο τακτοποιημένο σενάριο ζωής που είχαμε κατασκευάσει, «αυτό» που συμβαίνει σε μια στιγμή, δεν χωράει. Στην ουσία, μέσα στο κατασκευασμένο σενάριο της ζωής μας, δεν χωράει η ζωή… Γιατί η ζωή δεν λειτουργεί εγωκεντρικά, ανάλογα με το συμφέρον του εγώ μας. Ούτε λειτουργεί επιλεκτικά, ανάλογα με τις προτιμήσεις μας. Η ζωή λειτουργεί μέσα από το εμείς. Είναι το σύνολο όλων των αισθανόμενων όντων, που θέλουν να είναι ευτυχισμένα και να αποφύγουν τη δυστυχία. Από αυτό το σύνολο μάς απομακρύνει κάθε σκέψη που αφορά το εγώ. Έτσι, αργά και διεισδυτικά, το εγώ μάς απομακρύνει από την αληθινή ζωή. Αυτό είναι υπεύθυνο για τη κακοδαιμονία μας και τίποτε άλλο. Όταν οι πνευματικοί δάσκαλοι μιλάνε για τη διάλυση του εγώ, ακριβώς αυτό εννοούν. Την αποσυναρμολόγηση του νευρωτικού εγωτικού οικοδομήματός μας.
Μετά από χρόνια τίμιας προσπάθειας για αποσυναρμολόγηση του εγώ, συμβαίνει κάποιες στιγμές κάτι πολύ περίεργο: αντί να νιώθουμε χαμένοι, απροσανατόλιστοι και ανερμάτιστοι, νιώθουμε πιο πλήρεις και πιο ευτυχισμένοι από ποτέ! Το βάρος των περιττών μεγατόνων προσπάθειας που καταβάλλαμε στη διάρκεια όλης της ζωής μας, για να κουβαλάμε εκείνο το καβούκι της αυτοπροστασίας μας, ξαφνικά αρχίζει να λιώνει. Ελαφραίνουμε. Δεν κυκλοφορούμε πια επιδιώκοντας να αποδείξουμε κάτι στον εαυτό μας και στους άλλους. Δεν αναμασάμε παλιές δόξες ούτε επενδύουμε σε μελλοντικές επιτυχίες. Δεν κολλάμε στο παρελθόν ούτε περιμένουμε το μέλλον. Δεν φοβόμαστε τίποτα και δεν ελπίζουμε τίποτα. Και αυτό είναι η φώτιση. Τίποτε άλλο…
…Σηκώθηκα και μπήκα στο σπίτι να ετοιμάσω φαγητό. Καθώς έκοβα τα φασολάκια, έκοψα λίγο και το δάχτυλό μου. Έγλυψα την πληγή και η αρμυρή γεύση του αίματος μού θύμισε αυτό που με ενώνει με τη ζωή. Όχι μόνο με τη ζωή μέσα στο κτήμα. Όχι μόνο με τη ζωή στη χώρα. Όχι μόνο με τη ζωή των ανθρώπων. Όχι μόνο με τη ζωή στον πλανήτη. Αλλά με ολόκληρη τη Ζωή. Αυτή τη ροή που κυλά με κάθε ανάσα μας. Που μας ενώνει με όλα. Που τα περιέχει όλα. Που διαπερνά τα πάντα. Που γεμίζει τα πάντα. Κάποιοι το ονομάζουν «Θεό». Κάποιοι «Οικουμενική συνείδηση». Κάποιοι «Βουδική φύση». Όπως και αν το ονομάσουμε, είναι η Ζωή. Τίποτε άλλο!

Advertisements
Standard