Τα δικά μας καλοκαίρια

o-anemos-sth-zoi-masjpg

Ξυπνούσαμε με τον ιδρώτα στην πλάτη μας. Η σχοινένια αιώρα να έχει κολλήσει πάνω μας σαν ένας αόρατος… μπακλαβάς! Ξέρεις, τη στιγμή που σκάει ο ύπνος σαν κύμα και σε ξεβράζει απότομα στην ακτή της εγρήγορσης… Ο εκκωφαντικός ήχος των τζιτζικιών έκανε την επίθεσή του, μαζί με την δριμεία μυρωδιά του θυμαριού και του πεύκου. Μεσημέρι, τα κίτρινα χόρτα να γδέρνουν τα πόδια μας, οι άλλοι να κοιμούνται ροχαλίζοντας κάτω από τον ίσκιο των δέντρων.

Διασχίζαμε ξυπόλητοι τον χωματόδρομο που μας χώριζε από την καυτή άμμο. Εκεί βρισκόταν πάντα απλωμένη, διαυγής, παραδομένη στο ατελείωτο πήγαινε-έλα του φλοίσβου, η πράσινη θάλασσα των παιδικών μας χρόνων. Βουτιά, αλμύρα, φύκια, κοχύλια, μικρά ψάρια, βότσαλα, κύμματα, όλα μια αγκαλιά. Μέσα της πεθαίναμε και ξαναγεννιόμασταν, αναβαπτιζόμασταν χωρίς όνομα, χωρίς ταυτότητα, χωρίς φύλο, σε μια α-τοπική χώρα, μαζί με τα καβούρια και τα χταπόδια, τις μέδουσες και τα βράχια.

Τόσα καλοκαίρια, να γεμίζουν τη καρδιά μας με τον αέρα της αλμυρής ελευθερίας και τα μάτια μας ν’ατενίζουν τον γαλάζιο ορίζοντα- ανοικτός ορίζοντας  πάντα γεμάτος υποσχέσεις και μυστήριο. Τόσα καλοκαίρια που μας βρίσκανε παιδιά και μας αφήνανε παλικάρια, κοπέλες. Ψημμένα αλατισμένα καλαμπόκια και τα πρώτα μας φιλιά. Παγωτό χωνάκι, πασατέμπος και θερινό σινεμά. Βόλτες με ποδήλατα και κασετόφωνα να τσιρίζουν τις τελευταίες επιτυχίες των πρώιμων Bee Gees. Ραντεβού στη σκιά, πίσω από τα αρχαία ή πάνω στα ερείπια του κάστρου, ανάμεσα στις φραγκοσυκιές και τα γαιδουράγκαθα.

Κι ο ήλιος εκεί, ακόμη αθώος, να μας ατενίζει αδιάφορα με το καυστικό του βλέμμα, ακούραστος από νωρίς το πρωί να μας τσουρουφλίζει ανελέητα μέχρι το βράδυ. Και τις νύχτες να κοιτάμε τ’αστέρια, τόσο κοντά, τόσο πυκνά που θα τ’άρπαζες με το χέρι. Να ψάχνουμε για πυγολαμπίδες και ν’αφουκραζόμαστε τα αναπάντεχα αηδόνια και τα μακρόσυρτα τριζόνια στο χορό του οίστρου τους.

Τα δικά μας καλοκαίρια είχαν απαρεγκλίτως μαζί τους τη γιαγιά και τον παππού, είχαν τις θείες και τα ξαδέρφια, το καναρίνι και το χρυσόψαρο. Είχαν μυστικά και ψέμματα από εκείνα που όταν τ’ ακούς, γελάς. Είχαν συμμαχίες και πολέμους, «μπουκάλες» και σκλαβάκια, κούνιες και οξυζενέ στις πληγές. Είχαν όμως, πάνω απ’ όλα και πέρα απ’ όλα, εκείνη την μοναδική σφραγίδα της αθωότητας, που καμμιά μετέπειτα «ωρίμανση» και «εμπειρία ζωής» δεν μπορεί ποτέ πια να την εξαλείψει!

Advertisements
Standard