Η γιόγκα της νοικοκυράς

multitasking-mom

Αφιερωμένο στους δύο μεγάλους δασκάλους της ζωής μου, την Ιφιγένεια και τον Δημήτρη

Δευτέρα πρωί. Το ξυπνητήρι χτυπά στις επτά, κάθομαι πέντε λεπτά σε διαλογισμό, πετάγομαι για να ζεστάνω το γάλα, αρχίζω την επικίνδυνη  αποστολή της πρωινής αφύπνισης των παιδιών (κάποιες φορές χωρίς θύματα), ετοιμάζω το πρωινό τους, που ποτέ δεν τρώνε, τα κουκουλώνω, τα μαλώνω, τα χαϊδεύω και ξαφνικά στις οκτώ, απόλυτη ησυχία… φεύγουν για το σχολείο. Αρχίζει μια νέα μέρα με γονυκλισίες, καθότι περνάω τουλάχιστον δύο ώρες σκύβοντας να μαζέψω τα ατελείωτα παζλ, τα playmobil, τις μπαταρίες, τα ανάμεικτα βρώμικα-καθαρά ρούχα, τα παράταιρα παπούτσια, τις χαμένες παντόφλες, τα παιδικά περιοδικά, τις Κατερίνες, τις αφίσες των ξένων και εντοπίων τραγουδιστών και ηθοποιών, τις κασέτες του gameboy, τα κοκαλάκια, χτενάκια, κοσμήματα, αρκουδάκια, βιντεοκασέτες, σχολικά βιβλία και ο, τι άλλο βάζει ο νους του ανθρώπου, από το πάτωμα. Είναι η προσωπική  μου Ζεν ιεροτελεστία της υπόκλισης… (Θυμάμαι τον αμερικανό βουδιστή συγγραφέα και κλινικό ψυχολόγο Jack Kornfield, να περιγράφει τη διαδικασία «μύησής» του στην υπόκλιση, όταν πρωτομπήκε ως μαθητευόμενος σε βουδιστικό μοναστήρι της Ταϊλάνδης. Στην αρχή έπρεπε να υποκλίνεται απέναντι στους δασκάλους, μετά ανακάλυψε ότι έπρεπε να κάνει το ίδιο και απέναντι στους γηραιότερους, στους νεότερους, στους επισκέπτες, στους αγρότες, σε όλους και όλα, μέχρι που άρχισε να υποκλίνεται στη βρύση πριν πλυθεί, στο κρεβάτι πριν ξαπλώσει, στο ρύζι πριν το φάει…). Έτσι κι εμένα, μετά την πρωινή υπόκλιση του χοντρικού συμμαζέματος και του μονότονου μάντρα της ηλεκτρικής σκούπας, το ημερήσιό μου  πρόγραμμα περιλαμβάνει απαρεγκλίτως τα εξής; βγάζω το σκύλο για βόλτα, κατεβάζω τα σκουπίδια, πηγαίνω στη γειτονιά για ψώνια, επιστρέφω γρήγορα να ετοιμάσω φαγητό και, αφού το βάλω στη φωτιά, κάθομαι στον υπολογιστή για γράψιμο μέχρι το μεσημέρι. Τα παιδιά επιστρέφουν κι ακολουθεί στρώσιμο τραπεζιού, φαγητό, πλύσιμο πιάτων, πλυντήριο ρούχων, άπλωμα των ρούχων, μάζεμα, δίπλωμα, σιδέρωμα, τακτοποίηση στις ντουλάπες, μιλάμε για ώρες ατελείωτες πάνω σε κάλτσες και βρακάκια, μέχρι να φτάσει η ώρα έξι.

Στις έξι ακριβώς, γίνεται ένα εσωτερικό κλικ. Το σπίτι πια δεν με αφορά. Φεύγω για το μάθημα της γιόγκα. Ασκήσεις, διαλογισμός, βαθιά χαλάρωση, μέχρι τις 9.30 το βράδυ… Όταν επιστρέφω γεμάτη εσωτερικό διάστημα, φρέσκια και δυνατή, βρίσκω το σπίτι ξανά άνω-κάτω, σαν να έχει περάσει ο τυφώνας Κατρίνα, βρίσκω τα παιδιά να μαλώνουν, να τσιρίζουν, να πεινάνε φωνάζοντας απαιτητικά, το σκυλί να έχει γεμίσει με τρίχες το χαλί, τα αθλητικά παπούτσια να έχουν σπείρει παντού ξεραμένες λάσπες, τον πάγκο της κουζίνας να είναι γεμάτος από λερωμένα πιάτα και ατελέσφορες απόπειρες για τοστ με κασέρι, η τηλεόραση να είναι στη διαπασών με τον ήχο του Σαρμπέλ να μπερδεύεται με τον διαπεραστικό και απελπιστικά μονότονο Eminem: το σπίτι και η ζωή μου αίφνης έχει ξαναγίνει ένα πεδίο μάχης. Μάταια προσπαθώ να το παίξω στρατηγός χωρίς να πείθω κανέναν, μέχρι στο τέλος να παραιτηθώ και να προσγειωθώ στον καναπέ αγκαλιάζοντας τους δυο μικρούς αγαπημένους βασανιστές μου, απολαμβάνοντας τα τρυφερά μαλλιοτραβήγματα και χαζολογώντας μπροστά σε κάποια ταινία μέχρι να φτάσει έντεκα, οπότε αγριεύω για να τους πείσω να πάνε στα κρεβάτια τους για ύπνο. Όταν τελικά κατά τις δώδεκα όλα έχουν ησυχάσει, εγώ πια δεν ξέρω αν θέλω να κλάψω από κούραση και αγανάκτηση ή από αγάπη και ευγνωμοσύνη… Δεν προλαβαίνω να το πολυσκεφτώ, γιατί η Μάγια θέλει πάλι τη βόλτα της. Καθώς κοιτάω τα φωτισμένα παράθυρα των σπιτιών από το δρόμο, ξέρω ότι παντού υπάρχουν γυναίκες σαν κι εμένα, γυναίκες απελπισμένες, που παραπαίουν μέσα στην αγάπη και την προσφορά στους αγαπημένους τους, γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, γυναίκες που πνίγονται μέσα στα σπιτικά τους, παντρεμένες, χωρισμένες, εργαζόμενες, νοικοκυρές, με παιδιά, χωρίς παιδιά, αλλά πάντα βαθιά μόνες, με ένα τσούρμο ανθρώπων γύρω να περιμένουν από αυτές τα πάντα. Και θα ήθελα να μπορούσα σε όλες να πω να μην το βάζουν κάτω. Είμαστε όλες υπέροχες και μοναδικές, μεγάλες καρδιές που έχουν αξιωθεί να προσφέρουν την καθημερινότητά τους για το καλό των άλλων, κι αυτή είναι η μεγαλύτερη ευλογία, η μεγαλύτερη υπηρεσία…

Από μικρή έτρεφα μια έμφυτη απέχθεια για την οικοκυρική. Ήμουν ένα ετεροχρονισμένο «παιδί των λουλουδιών», μεγάλωσα με την ψυχεδέλεια και την αλητεία μέσα στα φυλλοκάρδια μου και το τελευταίο πράγμα που ονειρευόμουν ήταν μια οικογενειακή ζωή. Στην πραγματικότητα δεν εκτιμούσα καθόλου τον ρόλο της νοικοκυράς, καθώς τον είχα ταυτίσει με τον ρόλο του θύματος και του ανακριτή, που τόσο επάξια υιοθετούν οι γυναίκες στη χώρα μας… Ήθελα να είμαι «ελεύθερο πουλί» και ακολούθησα τη μποέμικη ζωή μέχρι τα τριάντα μου. Τότε… έμεινα έγκυος. Σταμάτησα να καπνίζω και να πίνω και άρχισα τα πρώτα μαθήματα γιόγκα. Όταν γέννησα, πέρασα όλη τη πρώτη νύχτα έχοντας αγκαλιά τη λιλιπούτεια κορούλα μου πάνω στη ξεφούσκωτη κοιλιά μου, λέγοντάς της πόσο θα την αγαπώ και πόσο θα την φροντίζω για όσο ζω. Ήταν έξι το πρωί, ακριβώς στην ανατολή του ήλιου, στις 2 Οκτωβρίου 1990, όταν συνειδητοποίησα ότι η ζωή μου είχε αλλάξει ριζικά: έπαψα να είμαι το «κέντρο του κόσμου» μου και… το χειρότερο, χαιρόμουν πολύ γι’ αυτό! Έτσι άρχισε, χωρίς να το αντιληφθώ καν, η καριέρα μου ως μαμά-νοικοκυρά. Η καθημερινότητά μου γέμισε από βρώμικα πάμπερ, γάλατα, κρέμες, κλάματα, ρεψίματα, εμβόλια, ξενύχτια και όλες εκείνες τις μικρές και θεσπέσιες αγωνίες που μας κερνούν, ως επιδέξιοι δάσκαλοι, τα παιδιά μας. Περίμενα τη στιγμή που ο άντρας μου γύριζε από τη δουλειά, για να του φορτώσω το μωρό και να κλειδωθώ στο δωμάτιό μου, για να κάνω τις ασκήσεις της καθοδηγούμενης χαλάρωσης με κασέτα του Νατζέμυ… πολλές φορές άκουγα το μωρό να κλαίει και ήταν σαν να «τραβιέται» όλη μου η ενέργεια και η επίγνωση προς το μέρος του. Τότε κατάλαβα ότι η γιόγκα δεν χρειάζεται εξωτερικό χώρο για να αναπτυχθεί. Χρειάζεται εσωτερικό χώρο…

Όσες δουλειές κι αν έχουμε να κάνουμε, όσες υποχρεώσεις κι αν μας τραβούν από το μανίκι, αν χαλαρώσουμε κι αφήσουμε μέσα μας να αναπτυχθεί αυτό το εσωτερικό διάστημα, είμαστε σε ενότητα, είμαστε σε «γιόγκα». Την στενότητα στον εσωτερικό μας χώρο, το στρες και το άγχος το δημιουργούμε με τη προσκόλλησή μας, εμείς οι ίδιοι. Από τότε προσπαθώ να συνδυάσω τις πρακτικές απαιτήσεις της καθημερινότητας με την άσκησή μου, τη διδασκαλία στο πανεπιστήμιο με το νοικοκυριό και με τον διαλογισμό, το παιχνίδι των κοινωνικών ρόλων με την καθαρή πνευματική θεώρηση… Ένα στοίχημα που το χάνω κάθε λεπτό, χωρίς να απελπίζομαι. Και ξέρετε γιατί; Γιατί όσο περνάει ο καιρός και η άσκησή μου βαθαίνει, κατανοώ ότι έτσι πρέπει να είναι η ζωή μας. Γεμάτη «διασπάσεις», γεμάτη «ενοχλήσεις», γεμάτη «προβλήματα». Γιατί αυτά ακριβώς είναι τα πράγματα που ανοίγουν τη καρδιά μας και τον νου μας. Όταν είσαι νοικοκυρά, πρέπει να είσαι πάντα εκεί, διαθέσιμη να φροντίσεις, να ταΐσεις, να βοηθήσεις, να περιποιηθείς τους άλλους. Γιατί χωρίς «αγγαρεία» δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή συμπόνια.

Πριν καιρό είχα την τύχη να ζήσω κοντά σε έναν δάσκαλο του βουδισμού, ασκητή και γιόγκι. Δέχτηκα από αυτόν πολλές διδασκαλίες σε πολλά θέματα. Η μεγαλύτερή του όμως διδασκαλία, δεν ήταν κάτι που είπε. Ήταν αυτά που έκανε. Η ίδια του η πράξη. Τον έβλεπα να είναι ο πρώτος που σηκωνόταν από το τραπέζι για να πλύνει τα πιάτα. Ο πρώτος που άρπαζε τη σκούπα για να καθαρίσει. Τον έβλεπα να σκουπίζει το πιάτο με την ίδια ευλάβεια και προσοχή που έκανε τα βουδιστικά τελετουργικά. Τον έβλεπα να ακούει με την ίδια υπομονή και αγάπη τις ερωτήσεις του καθένα, από τις πιο βλακώδεις μέχρι τις πιο βαθυστόχαστες. Τον έβλεπα να είναι ταπεινός μέσα στην απέραντη γνώση του, ανάμεσα στα υπέρογκα «εγώ» των ημιμαθών μαθητών του. Τον έβλεπα να είναι συνέχεια ο εαυτός του χωρίς καμιά επιτήδευση. Το μεγαλύτερο μάθημα που πήρα από τον Λάμα ήταν η παρουσία του. Ο τρόπος που ήταν παρών στο καθετί, σε όλα τα πράγματα, χωρίς διαχωρισμούς, χωρίς υπερηφάνεια. Παρών. Απλά εκεί, διαθέσιμος απέναντι σε όλους, φρέσκος και χωρίς προκατάληψη απέναντι στο καθετί.  Το σώμα του, ο λόγος του, η διάνοιά του, ήταν μια διαρκής προσφορά του σε όλους, χωρίς διάκριση. Αυτό ακριβώς είναι το πνευματικό μάθημα που ταιριάζει και σ’ εμάς τις νοικοκυρές, τις εργαζόμενες, τις μητέρες, τις παντρεμένες, τις χωρισμένες, όλες: η παρουσία. Η αληθινή παρουσία στη ζωή μας. Όχι η μηχανική υποστήριξη των λειτουργιών του σπιτιού μας. Όχι ο αυτοματισμός και η μηχανική επανάληψη κινήσεων, εργασιών, ημερησίων διατάξεων και αναδιατάξεων. Αλλά η σταθερή, επίμονη, διαρκής και αληθινή μας παρουσία. «Παρουσία» δεν σημαίνει να επιβάλλουμε διαρκή έλεγχο και  επικυριαρχία πάνω στα πράγματα και τους ανθρώπους που μας περιβάλλουν. Σημαίνει απλά να είμαστε διαθέσιμες, ανοιχτές, προσεκτικές στο καθετί. Πραγματικά, αν το σκεφτούμε, η ζωή της νοικοκυράς μάς δίνει συνεχώς άπειρες ευκαιρίες πνευματικής αφύπνισης και εγρήγορσης. Να μερικά (ανεπαίσθητα-πλην όμως κεφαλαιώδη) πνευματικά μαθήματα που παίρνουμε καθημερινά ως νοικοκυρές:

το μάθημα της προσφοράς χωρίς αντάλλαγμα. 

-το μάθημα της παροδικότητας.

-το μάθημα της αποδοχής.

-το μάθημα της αγάπης χωρίς όρους.

Πράγματι, η πνευματική της ανάπτυξη της νοικοκυράς γίνεται μέσω της ανιδιοτελούς προσφοράς στην οικογένειά της, χωρίς αντάλλαγμα. Και υπάρχει άραγε πιο δυνατό μάθημα παροδικότητας, από το νοικοκυριό, όπου όλες οι διορθωτικές προσπάθειές μας για επιβολή τάξης και καθαριότητας, αυτοστιγμεί αναιρούνται εκ των πραγμάτων, ξανά και ξανά; Όλα τα φαινόμενα είναι παροδικά. Χαλαρώστε, η Γη θα συνεχίσει να γυρίζει και χωρίς εμάς… Μπορούμε να ζήσουμε ευτυχισμένες και με λίγη σκόνη παραπάνω και με ψίχουλα στο πάτωμα… Όσο για την αποδοχή, αν δεν παίρναμε το μάθημα, θα καταλήγαμε όλες στο τρελάδικο, μιας και όλες ανεξαιρέτως οι προσπάθειες «ελέγχου» των πραγμάτων εκ μέρους μας, πέφτουν πάντα στο κενό… Αλλά το σημαντικότερο μάθημα, που αφορά κυρίως τις μαμάδες, είναι αυτό της αγάπης των παιδιών χωρίς προϋποθέσεις. Και ισχύει. Οι περισσότεροι γονείς νοιώθουν αυτή την αλτρουιστική αγάπη για τα παιδιά τους. Σκεφτείτε, όμως, για μια στιγμή: Πώς θα ήταν αν αγαπούσατε όλα τα όντα σαν να είναι παιδιά σας;…

Ας δούμε τώρα μερικές «συνταγές αγχολυτικής οικοκυρικής», που μπορούν ίσως να μας βοηθήσουν να βρίσκουμε διέξοδο σε δύσκολες στιγμές:

Καθυστερήστε. Όσο πιο αργά και συνειδητά κάνουμε μια δουλειά, τόσο καλύτερα γίνεται. Σκουπίζοντας ή ανακατεύοντας το φαγητό, μπορείτε να παρατηρείτε το σώμα και τον  νου σας: είσαστε εκεί; Θυμόσαστε τι κάνατε μόλις πριν; Ακούτε τους ήχους του σπιτιού; Ο αυχένας και  η κοιλιά σας είναι χαλαροί;

Ένα τη φορά. Μην βιάζετε τον εαυτό σας να κάνει πολλά πράγματα μαζί. Η «ναπολεόντεια» συνταγή είναι το διαβατήριο της δυστυχίας. Μια δουλειά τη φορά είναι υπεραρκετή. Κάντε ένα πλάνο των εργασιών και αρχίστε να εναλλάσσετε μια ευχάριστη με μια δυσάρεστη. Αλλά μια τη φορά. Την ώρα που κάνετε μια «δυσάρεστη» δουλειά, βάλτε να ακούσετε το πιο αγαπημένο σας cd και ακόμη καλύτερα, τραγουδήστε! Θα δείτε ότι κάτι αλλάζει…

Χάστε τον έλεγχο! Την ώρα που νοιώθετε ότι «δεν αντέχετε άλλο», που τα παιδιά είναι τελείως ανεξέλεγκτα, το φαΐ χύνεται στη κουζίνα, το τηλέφωνο χτυπάει ασταμάτητα και δεν έχετε τελειώσει ακόμη εκείνη την αναφορά για το γραφείο σας, υπάρχει κάτι που μπορεί να σας βοηθήσει απερίγραπτα: Χάστε τον έλεγχο! Πατήστε τα κλάματα αν χρειαστεί. Κλείστε το κινητό. Αφήστε τα παιδιά να λύσουν μόνα τους τις διαφορές τους. Αφήστε τον κόσμο να γυρίσει για λίγο από μόνος του, χωρίς να προσπαθείτε να τον ελέγξετε. Και θα δείτε πώς χαλαρώνουν τα πράγματα από μόνα τους. Χαλαρώνουν όταν τα αφήνουμε…

Σπάστε τα όρια μεταξύ «πνευματικού» και «κοσμικού» στη ζωή σας. Δείτε το καθετί σαν μια πνευματική εμπειρία, σαν μια πνευματική ευκαιρία και …θα γίνει! Η ετοιμασία του φαγητού μπορεί από προσφορά στους αγαπημένους, να γίνει προσφορά στο «Θεό» ή στην αληθινή μας φύση. Η τακτοποίηση του χώρου από μηχανική διεργασία μπορεί να γίνει μια χαρούμενη ιεροτελεστία σαν διαμόρφωση ενός σπιτικού ιερού «μάνταλα». Το πλύσιμο των ρούχων και των πιάτων μπορεί να γίνει πνευματική κάθαρση και εξαγνισμός όλων των αρνητικών μας πράξεων , στο επίπεδο του σώματος, του λόγου και του νου κ.ο.κ..

Η μη-βία είναι κάτι που πρέπει να το εφαρμόζουμε πρώτα και κύρια στον εαυτό μας. Αντί για το στερεότυπο της αγχωτικής και πάντα ανικανοποίητης νοικοκυράς, ακολουθήστε το ιδανικό της δυνατής και ήρεμης γιογκίνι, που ξέρει να αποδέχεται τα πάντα με διάκριση και σοφία και να συγχωρεί τον εαυτό της και τους άλλους για τα λάθη τους. Ξέρει την αξία της, δεν κριτικάρει, δεν απορρίπτει, δεν ελέγχει, αλλά παραμένει παρούσα, ζωντανή, ζεστή, γεμάτη καλοσύνη και αγάπη. Είναι στο χέρι μας!

Advertisements
Standard