Ο Μύθος του Έρωτα

 Romeo_and_Juliet_(detail)_by_Frank_Dicksee

Ζούμε μια ζωή σκυμμένοι στις συλλογικές κοινωνικές και  πολιτιστικές εμμονές μας, με προεξέχουσα την εμμονή της ψευδαίσθησης του έρωτα. Όλοι μιλούμε για την αγάπη, πονούμε για την αγάπη, αναζητούμε την αγάπη, αλλά δεν συνειδητοποιούμε ότι κυνηγάμε ένα ουράνιο τόξο.

Αυτό που οι περισσότεροι ονομάζουμε αγάπη περιέχει τόση προσκόλληση, τόσο εγωκεντρισμό και τόση αγκύλωση, που θα μπορούσαμε να το παρομοιάσουμε καλύτερα με έναν… συναισθηματικό γύψο! Νομίζουμε ότι ‘αγαπάμε’ όποιον μας είναι ευχάριστος και όποιον εξυπηρετεί προσωρινά τις ανάγκες μας για ευχαρίστηση, ασφάλεια, επιβεβαίωση κλπ. Μόλις αυτός ή αυτή ‘προδώσει’ στιγμιαία τη  ψευδαίσθησή μας, μόλις παραβεί τους απαρέγκλιτους όρους και τις άκαμπτες προϋποθέσεις που έχουμε θέσει, τότε η ‘αγάπη’ μας εξανεμίζεται και μετατρέπεται εν μια νυκτί σε οχετό μίσους, υπολογισμού και μνησικακίας…

Πού είναι η αγάπη τότε; Τι μένει που να θυμίζει αυτό τον ανθισμένο πορτοκαλεώνα που γέμιζε τα στήθη μας και τα μάτια μας στις πρώτες συναντήσεις; Που πάει η περίφημη αγάπη μας, μετά από έναν χωρισμό, μετά από μια αποτυχία, μετά από ένα διαζύγιο, μετά από μια προδοσία…; Πώς μεταστρέφεται το πιο ‘ευγενικό’ ανθρώπινο συναίσθημα σε πόρτα της κόλασης; Πολύ απλά… αυτό που βαφτίζουμε “αγάπη”, δεν είναι παρά η προσκόλλησή μας σε μια νοητή προέκταση του εγωκεντρισμού μας. ‘Εγώ’ και τα παιδιά μου, ‘εγώ’ και ο σύντροφός μου, ‘εγώ’ και η φίλη μου… Τη στιγμή που τα παιδιά ή ο σύντροφος ή οι φίλοι θελήσουν να κάνουν κάτι άλλο από αυτό που θρέφει το δικό μας μικρό ή μεγάλο ‘εγώ’, τότε μετατρέπονται πάραυτα σε ‘δυνάστες’, ‘προδότες’, ‘εχθρούς’…

Ζούμε για αυτό το φάντασμα της αγάπης. Από μικροί το φανταζόμαστε και το κατασκευάζουμε με τα υλικά της χαμένης παιδικής μας ανθρωπογνωσίας. Ως μεγάλοι, το ανασκευάζουμε και το επικαιροποιούμε πάνω στα χνάρια των παλιών μας επιλογών, πάνω στα χνάρια των παιδικών μας πληγών.  Κανείς όμως δεν μας έχει πει ότι πρόκειται απλά για ένα φάντασμα…

Υπάρχουν δύο κύριες προσεγγίσεις στο θέμα αυτό: Η μια ψυχαναλυτική και η άλλη πνευματική. Η πρώτη θέλει να βλέπει την αγάπη ως ένα συναίσθημα σχεσιακό- αυτό σημαίνει ότι η αγάπη είναι μια στιγμιαία, μια στιγμή προς στιγμή κατάσταση που βιώνεται σε μια σχέση, σε μια ανθρώπινη διάδραση. Άρα, οτιδήποτε άλλο βιώνεται έξω από αυτό το σχεσιακό και προσωρινό πλαίσιο,  μπορεί να είναι εμμονή, μπορεί να είναι ψυχοπαθολογία, αλλά δεν είναι αγάπη!

Η δεύτερη οπτική, η πνευματική,  θέλει την αγάπη να μην είναι συναίσθημα. Στη περίπτωση αυτή, η αγάπη θεωρείται ότι είναι η αληθινή μας φύση, ο ανώτερος εαυτός μας, η φωτισμένη μας ενυπάρχουσα ουσία που μένει αθάνατη, σταθερή και λαμπερή, ανεξάρτητα από τις συνθήκες. Ένας φωτισμένος ‘αγαπά’ χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Δεν θα θυμώσει, ούτε θα απογοητευτεί αν η καλή του ερωτευτεί κάποιον άλλο, ούτε αν το παιδί του τού αποκαλύψει ότι είναι ομοφυλόφιλος! Ένας φωτισμένος δεν θα ζηλέψει, δεν θα μεμψιμοιρήσει, δεν θα απογοητευτεί, δεν θα μνησικακήσει…  γιατί η αγάπη είναι η θεϊκή ουσία που μένει άφθαρτη, που καίγεται άκαυτη και που δεν διακυβεύεται από τίποτα και με τίποτα!

Είτε εμπιστευτούμε τη μια περίπτωση, τη ψυχαναλυτική, είτε την άλλη, την πνευματική, βλέπουμε ότι αυτό το μόνιμο διαρκές συναίσθημα της αγάπης που πιστεύουμε ότι νιώθουμε για κάποιους προνομιακούς αποδέκτες συνανθρώπους μας, είναι απλά μια αυταπάτη! Διότι στη πρώτη μεν περίπτωση πρόκειται για κάτι πολύ φευγαλέο και στιγμιαίο, που βιώνεται πάντα σε ένα μοίρασμα ψυχών, κάτι σαν μια ψυχική μετάγγιση, στα πλαίσια μας ζωντανής σχέσης με τον άλλον. Στη δεύτερη δε περίπτωση, πρόκειται για μια κατάσταση διαρκούς υπερπροσωπικής αγάπης που δεν βιώνεται ως συναίσθημα, αλλά ως ουσία ύπαρξης.

Οπότε, την επόμενη φορά που θα πιάσουμε τον εαυτό μας ή τους φίλους μας να κλαίγονται για της αγάπης τους καημούς, μπορούμε τουλάχιστον να έχουμε τη νηφαλιότητα να καταλάβουμε ότι ο θρήνος μας αφορά τις δικές μας ελλείψεις και ότι ο οποιοσδήποτε ‘άλλος’ απέναντί μας δεν είναι θύτης, ούτε Ρωμαίος, ούτε Ιουλιέτα, παρά κομπάρσος στο μικρό προσωπικό μας δράμα. Και αν είμαστε στη σπάνια εκείνη μειοψηφία που μπορεί να αγαπάει χωρίς όρους, ας χαρούμε, γιατί είναι “δώρο Θεού”…

Advertisements
Standard