My Zen Cat Master

Μια γατίσια μετενσάρκωση Ζεν Δασκάλου

RJSP51C

Είμαι πλέον βέβαιη, ο Amadeus δεν είναι απλά μια γάτα. Θα μου πείτε, το ίδιο ισχυρίζονται οι απανταχού γατόφιλοι όλων των εποχών… Πλην όμως, οι περισσότεροι από αυτούς τονίζουν την ανεξαρτησία και την ιδιοτροπία σαν τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά των λατρεμένων αυτών απαλών χνουδωτών τετράποδων. Στη περίπτωσή μας όμως, έχουμε να κάνουμε με έναν γάτο-δάσκαλο! Κανονικά και με τον νόμο, μου έχει επιβληθεί σαν ένας οικόσιτος Zen master, που με το άγρυπνο μάτι του ελέγχει και παρατηρεί κάθε στιγμή την καθημερινότητά μου.

Από τότε που με υιοθέτησε, τρία χρόνια πριν, ο γατούλης αυτός δεν παύει στιγμή να μου υπενθυμίζει μερικά θεμελιώδη πνευματικά μαθήματα, τα οποία όλοι βέβαια μπορεί να τα γνωρίζουμε θεωρητικά, αλλά τείνουμε να τα «ξεχνάμε» ολοένα, υπό το κράτος της καθημερινής κούρασης και διάσπασης. Ας δούμε λοιπόν, τι έχω μάθει από τον Amadeus αυτά τα λίγα χρόνια που με τιμά με την παρουσία του!

Και πρώτα απ’όλα, μου διδάσκει υπομονή. Ατελείωτη καρτερικότητα και αδιάλειπτη προσοχή. Ένας τέτοιος γάτος που σέβεται τον εαυτό του σαν άξιος εκπρόσωπος των αιλουροειδών, ποτέ δεν δείχνει ανυπομονησία όταν καιροφυλακτεί στη γωνία μέχρι να επιτεθεί στο θήραμά του, το οποίο μπορεί ας πούμε να είναι το πόδι μου που περνάει ή κανένα κακόμοιρο αμέριμνο έντομο που έτυχε να πετάει κατά κει… Ξέρει ότι η επιτυχία του κάθε εγχειρήματος, η αίσια έκβαση της κάθε υπόθεσης, τα πάντα, εξαρτώνται από το καλό timing. Είναι διατεθειμένος να κρατήσει τον νου και τα μάτια του σε μονο-εστιακή συγκέντρωση καλύτερα από τον πιο προχωρημένο ασκητή του Dzogchen, όταν εντοπίσει τον κινούμενο στόχο του. Κι εκεί που νομίζεις ότι απλά ξεχάστηκε και αράζει με τις ώρες ξαπλωμένος μπρούμυτα στο χαλί, ορμά εν ριπή οφθαλμού και τσακώνει την δύσμοιρη μυγούλα! (την οποία προσπαθώ πάντα, αν και όχι με σίγουρη επιτυχία, να διασώσω…)

Στη συνέχεια, μου διδάσκει την επιμονή. Έτσι κι αποφασίσει ότι πεινάει, ακόμη κι αν είναι άσχετη η ώρα του κανονικού γεύματος, είναι ικανός να κάθεται μπροστά στο πιατάκι του και να το κοιτάζει ασκαρδαμυκτί μέχρι να υποκύψω, ή μόλις με δει να κινούμαι κρατώντας στα χέρια κάτι φαγώσιμο, να αρχίσει εκείνο το επίμονο νιαούρισμα-κλαψούρισμα, του τύπου: δώσε-και –σε -μας -καλέ-κυρία, μέχρι τελικής πτώσεως! Δεν υπάρχει περίπτωση να κάνει πίσω στην στοχοπροσήλωσή του. Έτσι κι εγώ, πού και πού, παίρνω το μήνυμα να μην κατεβάζω την μπάρα των πνευματικών μου επιδιώξεων…thanks to you, Master Amadeus!

Αν νομίζετε ότι η λίστα στερεύει κάπου εδώ, απατάστε οικτρά, διότι μόλις αρχίσαμε! Το επόμενο μάθημα που μπορώ να καταλάβω, είναι ότι όλα αυτά τα χρόνια προσπαθεί μάταια να με διδάξει την γλώσσα του σώματος, την μη-λεκτική επικοινωνία. Εγώ από την πλευρά μου, σαν επίδοξη συγγραφέας, την  έχω την πετριά με τις λέξεις. Δίνω περισσότερη βαρύτητα στις λεκτικές δηλώσεις, παρά στις πράξεις, κι αυτό είναι ένα δείγμα της απύθμενης βλακείας μου, καθώς παρασύρομαι όπως όλοι οι συμπατριώτες μου, ας πούμε σε λανθασμένες εκλογικές συμπεριφορές και επίσης, όπως η συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών σε λάθος ερωτικές επιλογές- μιας και «τσιμπάμε» στο ψηστήρι των όμορφων λέξεων. Ο γατίσιος όμως δάσκαλός μου, δείχνει με την στάση του σώματος και με το βλέμμα του όλη του την αλήθεια, χωρίς καμιά εξαπάτηση. Επίσης, αντιλαμβάνεται την ψυχική μου κατάσταση στη στιγμή και καταλαβαίνει πότε δεν είναι καθόλου καλή ιδέα να ζητήσει χάδια και προσοχή, όταν είμαι θυμωμένη…Απλά, τρέχει μακριά! Είναι θέμα καθαρής συναισθηματικής νοημοσύνης, την οποία φαίνεται ότι οι περισσότεροι εκπρόσωποι της ανθρώπινης φυλής, είτε δεν διαθέτουμε καθόλου, είτε δεν την έχουμε καλλιεργήσει αρκετά…

(Απόσπασμα από άρθρο μου στο τελευταίο Άβατον, τεύχος 156)

Advertisements
Standard

Κορίτσια που χάθηκαν

vanmeene-7

Δελχί 2010. Η Π. με κοιτάει ζωηρά στα μάτια και αναλύει με πάθος τις τελευταίες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στην Ινδία. Την ενδιαφέρει κυρίως η θέση της γυναίκας στη χώρα της, που μαστίζεται από γιγάντιες συγκρούσεις πολιτισμών και νοοτροπιών. Πασχίζει να ισορροπήσει ανάμεσα στη πλούσια παράδοση και στο προκλητικό παρόν με τους εκατομμύρια άστεγους, αναλφάβητους και άπορους συμπολίτες της. Η Π. τρέχει από δω κι από κει, συμμετέχει σε πάνελ, σε συνέδρια και σε ημερίδες και μιλάει πολύ. Μιλάει συνέχεια, ελπίζοντας ότι κάπου, κάπως θα εισακουστεί. Διακινδυνεύει πολλές φορές τη σωματική της ακεραιότητα, δέχεται απειλές αλλά δεν μασάει. Τολμάει να νοιώθει κοσμοπολίτισσα σ’ένα βαθιά εθνικιστικό περιβάλλον. Τολμάει να νοιώθει φεμινίστρια σ’ένα βαθιά σωβινιστικό περιβάλλον. Την διακρίνει η υπερηφάνεια της γνώσης. Την διακρίνει επίσης η χάρη της αυτοπεποίθησης. Είναι το κορίτσι που έγινε γυναίκα και που δεν χρειάζεται κανέναν να την «ολοκληρώσει», καθώς είναι από μόνη της ολόκληρη. Όταν στρίβει στη γωνία ανεμίζοντας το χρυσο-πορτοκαλί της σάρι, δεν ανησυχώ καθόλου. Γιατί η Π. δεν μπορεί να χαθεί. Η Π. λάμπει και θα λάμπει ό, τι κι αν γίνει.

Μεξικό 2017. Ημέρα των Νεκρών. Η Μ. μπαίνει φουριόζα στο δωμάτιο. Φέρνει μαζί της όλα τα χρώματα και τα αρώματα της μέρας. Σήκω να ντυθούμε! μου λέει. Με βάφει άσπρη, μαύρη, κόκκινη, πράσινη. Με βάφει με την άγρια ομορφιά του θανάτου και της επαναγέννησης. Με ντύνει με τα ρούχα της παροδικότητας. Όταν κοιτάω στον καθρέφτη, δεν βλέπω πια «εμένα». Βλέπω έναν σκελετό που έχει ανθίσει. Βλέπω τη γη που αναδύει τους βλαστούς της μετά από τον παγωμένο χειμώνα. Βλέπω τα λουλούδια να βλαστάνουν μέσα από τα ερείπια της ζωής. Η Μ. είναι μυήτρια. Δεν χρειάζεται να «κάνει» κάτι για να με μυήσει σε όλο αυτό. Η απλή παρουσία της το κάνει. Το βλέμμα της είναι βαθύ και διεισδυτικό, η χαρά της ανεξέλεγκτη και η γνώση της αρχαία. Γελάει με το δράμα. Παίζει με το δράμα. Αναγεννιέται με το δράμα. Θέλει να με πάει στην οικογένειά της που την περιμένουν. Τους βρίσκουμε εκεί, στριμωγμένους όλους μαζί σ’ένα πορτοκαλί σπιτάκι. Τα αμέτρητα φωνακλάδικα αδέρφια και ξαδέρφια, στους χαμογελαστούς θείους και στις χρωματιστές θείες, γιαγιάδες και παππούδες που καπνίζουν την πίπα τους. Η οικογένειά της είναι ένα ολόκληρο χωριό ανθρώπων! Πίνουμε και τρώμε όλοι μαζί το ελιξήριο της ζωής. Χορεύουμε όλη τη νύχτα και κάποια στιγμή η Μ. μπαίνει σ’ένα αμάξι και χάνεται. Ρωτάω γύρω μου, τι έγινε; πού πάει; Ακούω ακόμη το γέλιο τους.

(Απόσπασμα από άρθρο μου στο τελευταίο Άβατον, τεύχος 155)

 

Standard

Τώρα!

11949415_758885677556931_2379282831191232326_n

“Τώρα αυτή τη στιγμή, αυτή μπορεί να είναι η τελευταία μου αναπνοή…Τώρα!…Τώρα!…”

Ασκηθείτε έτσι και δείτε τι αλλάζει στην αντίληψή σας για τα πράγματα.

Δείτε τα «αυτονόητα» να γίνονται μοναδικά, τα «βαρετά» συναρπαστικά, τα «συνηθισμένα» καινούργια, τα «δεδομένα» επαναστατικά και όλα τα «γκρίζα» πράγματα της ζωής σας, πολύχρωμα. Βάλτε φως στην συνείδησή σας αξιοποιώντας το πολύτιμο δώρο της παροδικότητας. Γιατί η αληθινή ζωή αρχίζει εκεί που αφήνουμε την αυταπάτη της σιγουριάς και της μονιμότητας.

Η εμπειρία μας έχει τη ποιότητα και το βάθος που της δίνουμε. Εμείς οι ίδιοι είμαστε ο καλλιτέχνης, ο θεατής και ο ηθοποιός του δράματος της εμπειρίας μας. Ανιχνεύοντας στην κάθε παρούσα στιγμή την σφραγίδα της παροδικότητας, προσδίδουμε στη ζωή μας την αξία που της αρμόζει.

(art by Chie Yoshii)

Standard

Δελχί. Βαθιά ανάσα…

11052017_10206698429035857_3994094179779327615_n

Δελχί. Βαθιά ανάσα. Το τρένο της κοινής αντίληψής μου έχει ήδη αρχίσει να τρέχει ανάποδα. Το ξέρω, εδώ και κάποια χρόνια, ότι η Ινδία επιφέρει μια μοναδική επίθεση στις αισθήσεις και στις αντιλήψεις μου. Είναι σαν να το κάνει επίτηδες! Αναδεύει όλες τις πτυχές του κομφορμισμού και της μικροαστικής μου ευπρέπειας. Με τρομάζει, με μαγεύει, με αηδιάζει, με συναρπάζει. Έστω και μισή ώρα Ινδίας (και ειδικά στο Δελχί) αποτελεί για μένα over dose. Θέλω να χαθώ, να εξαφανιστώ μέσα σε αυτήν πολύβουη και πολύχρωμη χοάνη και ταυτόχρονα να βρω κάπου να κρυφτώ, ένα δωμάτιο με τέσσερις τοίχους και κλειστή πόρτα ώστε να αφήσω την Ινδία απ’ έξω. Αλλά είναι αδύνατο. Ο, τι και να κάνω, η Ινδία με καταπίνει. Όταν είμαι εκεί νιώθω ότι ζω στη κόλαση, κι όταν φεύγω, νιώθω ότι άφησα πίσω μου τον παράδεισο… Απίστευτα απρόβλεπτη, προκλητική, παραβιαστική, δυνατή εμπειρία, που σε αφήνει διαλυμένο σαν τα γρανάζια μιας παλιάς μηχανής. Υποθέτω ότι αυτό γίνεται ακριβώς γιατί έτσι πρέπει να γίνει. Να αφήνουμε πίσω τον νευρωτικά συγκροτημένο εαυτό μας για να μπορούμε να ανακαλύψουμε τον φρέσκο αέρα μέσα μας. Να αφήνουμε την πολυπλοκότητά μας πίσω, να πέφτει σαν ξερό κλαδί από το δέντρο της απλής παρούσας στιγμής…

Standard

ΓΗ, η εκδήλωση της Φώτισης

1798845_10202373178187289_1317485286_n.jpg

Όταν ο ιστορικός Βούδας Σιντάρτα Γκοτάμα (Σακυαμούνι) έφτασε στην τέλεια Φώτιση, ακούμπησε με το δεξί χέρι του τη Γη, σε μια κίνηση γνωστή ως «Μούντρα της Μαρτυρίας». Πήρε δηλαδή τη Γη σαν μάρτυρα για τη Φώτισή του. Κανέναν θεό, κανένα πνεύμα, κανέναν άνθρωπο, μόνο τη Γη.

Η βουδιστική κοσμολογία χάνει τις ρίζες της μέσα στην μακραίωνη ινδουιστική μυθολογία και στις ποικίλες σαμανιστικές παραδόσεις της ευρύτερης περιοχής των Ιμαλαΐων. Μέσα σε ένα αχανές και ατελείωτο σύμπαν, ή ακόμη και σε αμέτρητα πολλαπλά σύμπαντα (τον «τρισχιλιόκοσμο») γεμάτα από αμέτρητα όντα που περιπλανώνται στον κύκλο των υπάρξεων, η Γη δεν γίνεται αντιληπτή σαν ένας πλανήτης ανάμεσα στους άλλους πλανήτες, ούτε και ο ήλιος δεν γίνεται αντιληπτός απλά σαν ένα άστρο ανάμεσα στα άλλα.

Σύμφωνα με αυτό το κοσμολογικό σύστημα, η Γη μας αντιστοιχεί στην γαλάζια τραπεζοειδή «Ήπειρο» του Τζάμπου-λινγκ, που επιπλέει στον «νότιο ωκεανό» του σύμπαντος. Ο ήλιος και η σελήνη στριφογυρίζουν αρμονικά γύρω από έναν ακλόνητο άξονα που ορίζεται από ένα «κέντρο του σύμπαντος». Κέντρο του σύμπαντος θεωρείται το ατσάλινο αμετακίνητο «Όρος Μερού», σε σχήμα ανάποδης πυραμίδας και γύρω του οργανώνονται οι τέσσερις κοσμικές «Ήπειροι» με τις αντίστοιχες υπο-ηπείρους τους. Για περισσότερη σιγουριά, οι βουδιστές οραματίζονται ότι ολόκληρο το σύμπαν περιβάλλεται από ένα σιδερένιο τείχος…

Το Όρος Μερού είναι λαμπρό, έχει τέσσερις πλευρές, με διαφορετικό χρώμα η καθεμιά και βρίσκεται μέσα σε μια απέραντη καθαρή λίμνη που, όπως και ο περιβάλλων ουρανός, αντανακλά τα χρώματα με εξαιρετική διαύγεια. Η ανατολική πλευρά του Όρους Μερού είναι φτιαγμένη από μαργαριτάρι και έτσι στην ανατολή απλώνεται ο λευκός κρυστάλλινος ωκεανός της κοσμικής ηπείρου του Λούπα-πό: ο ουρανός έχει χρώμα λευκό και τα όντα που ζουν εκεί είναι αγνά, στερούνται όμως τις διδασκαλίες του Ντάρμα (την αλήθεια που απελευθερώνει). Στο νότο  βρίσκεται η γαλάζια ήπειρος του Τζάμπου- λινγκ. Το χρώμα της το παίρνει από τη γαλάζια πλευρά του Όρους Μερού, που είναι φτιαγμένη από Λάπις- Λάζουλι. Εδώ ξεδιπλώνεται ο δικός μας κόσμος με τον γαλάζιο ουρανό και το γαλάζιο νερό. Στο Τζάμπου- λινγκ κατοικούν όντα που υποφέρουν από τα αποτελέσματα των αρνητικών τους πράξεων, που οφείλονται στη άγνοια της αληθινής τους φωτισμένης φύσης, αλλά διαθέτουν τα μέσα για να φτάσουν στη Φώτιση, στην απελευθέρωση από τον κύκλο των υπάρξεων, εξαιτίας της ύπαρξης του πολύτιμου Ντάρμα που ενσαρκώνει τις διδασκαλίες των Φωτισμένων, των Βουδών. Προς τη Δύση, το σύμπαν εκδηλώνεται με το κόκκινο χρώμα της κοσμικής ηπείρου του Μπάλαν- τσέ, αντανάκλαση της δυτικής πλευράς του Όρους Μερού, που είναι από ρουμπίνι. Εκεί τα όντα ευημερούν υλικά, χωρίς όμως να έχουν τη δυνατότητα να έρθουν σε επαφή με το Ντάρμα. Τέλος, στο βορρά, όπου αντανακλάται η σμαραγδένια βόρεια πλευρά του Όρους Μερού, κατοικούν τα εξελιγμένα όντα του πράσινου Ντραμινιέν, που επίσης στερούνται του Ντάρμα.

Βλέπουμε ότι στην ουσία, μόνον τα όντα της «δικής» μας, νότιας ηπείρου (του Τζάμπου- λίνγκ) έχουν το καρμικό προνόμιο να μπορούν να έρθουν σε επαφή με τις διδασκαλίες της Φώτισης και να αφυπνιστούν, να γίνουν Βούδες- αν και όλα τα όντα ανεξαιρέτως έχουν τη βουδική φύση- δηλαδή ενέχουν τη δυνατότητα της Φώτισης.

Μέσα στην βουδιστική άσκηση του «Μάνταλα» (συνόλου των φαινομένων), στην ουσία αναδημιουργούμε νοερά συνεχώς το ιερό σύμπαν και το προσφέρουμε στη φωτισμένη οικουμενική συνείδηση, με ο, τι αυτό περιέχει: ουσίες «πολύτιμες», που συμβολίζονται από λεπτομερή περιγραφικά στοιχεία, εξωτερικά, εσωτερικά και μυστικά. Σε απόλυτο επίπεδο, ο ασκητής γνωρίζει ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανείς που «προσφέρει» και κανείς που να «δέχεται» τη προσφορά. Ο υλικός κόσμος που μας περιβάλλει δεν «υπάρχει» με την στενή έννοια του όρου: όλη η Εκδήλωση έχει τη φύση του ονείρου, είναι κενή, είναι παροδική και ταυτόχρονα γεμάτη απεριόριστες δυνατότητες εκδήλωσης της υπερ-προσωπικής Συνείδησης που την διαπερνά. Κατ’αυτό τον τρόπο καταργείται η δυαδικότητα και ο βουδιστής «γνωρίζει», μέσα από την εμπειρία της άσκησης, ότι δεν είναι καθόλου ξεχωριστός από αυτό το σύμπαν, δεν είναι ξεχωριστός από τη Γη και όλα τα όντα που την κατοικούν, ούτε είναι ξεχωριστός από τους άλλους ανθρώπους…

Τα πέντε στοιχεία (αέρας, φωτιά, νερό, γη και αιθέρας) από τα οποία απαρτίζεται ο μικρόκοσμος και ο μακρόκοσμος είναι πρωτίστως ιερά στον Βουδισμό και αντιστοιχούν στις πέντε βασικές φωτισμένες ποιότητες («βουδικές οικογένειες»).

Η  ενότητα του ασκητή με όλο το σύμπαν υπογραμμίζεται και από το γεγονός ότι οι βουδιστικές ασκήσεις ενισχύουν τα πέντε φυσικά στοιχεία -ανάμεσά τους δε υπάρχουν κάποιες ασκήσεις που ενισχύουν ιδιαίτερα το στοιχείο της γης.

Η Γη θεωρείται στο Βουδισμό ιερή, πολύ απλά γιατί… όλα θεωρούνται ιερά! Όλα τα στοιχεία, όλα τα φαινόμενα είναι διαποτισμένα από τη φωτισμένη ποιότητα, όλη η Εκδήλωση ενέχει τη Φώτιση και η πνευματική άσκηση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια οργανωμένη εξάσκησή μας πάνω σε αυτή την αφυπνιστική υπενθύμιση. Με την άσκηση ερχόμαστε σε επαφή με την αληθινή μας φύση, που είναι πνευματική και μη δυαδική.  Και αυτό συμπεριλαμβάνει έναν τρόπο ζωής που είναι πνευματικός, με την έννοια του σεβασμού και της αγάπης απέναντι σε κάθε μορφή ζωής.

Είναι γνωστή η ένθερμη φροντίδα των βουδιστών, σε ολόκληρο τον κόσμο, να προστατεύσουν το παραμικρό είδος ζωής πάνω στη Γη… Στο Θιβέτ, ήταν αδιανόητο να σκάψει κανείς τη Γη για οποιοδήποτε λόγο και τα μόνα ορυκτά (συμπεριλαμβανομένου του αλατιού) που συλλέγανε, ήταν αυτά που έβρισκαν στην επιφάνειά της. Όταν έβαζαν τα θεμέλια των μοναστηριών, γινόταν ειδικές τελετές γενναιόδωρων προσφορών και εξευμενισμού των πνευμάτων και των άλλων όντων που κατοικούν στη Γη, τελετές που ονομάζονταν στα θιβετανικά «εξαγορά του τόπου», με την έννοια της πνευματικής οικειοποίησης του χώρου από τους φυσικούς δικαιούχους του. Παραδοσιακά, οι βουδιστές αντί να αντλούν από τη Γη τα πολύτιμα μέταλλα και ορυκτά, τα επιστρέφουν σε αυτήν, με ειδικές τελετές, ρίχνοντας χρυσό και πολύτιμους λίθους μέσα σε πηγές και σε σπήλαια-βάραθρα.

Η Γη για τους βουδιστές είναι ένα ιερό σύνολο, ένα ζωντανό μάνταλα που δονείται από τις καρμικές προδιαθέσεις των κατοίκων της. Υπό αυτή την έννοια, τα όντα που ζουν επάνω στη γη βιώνουν ευτυχία ή δυστυχία ανάλογα με το κάρμα τους- δηλαδή ανάλογα με τα αποτελέσματα των θετικών ή αρνητικών πράξεων που έχουν τελέσει στο παρελθόν και τελούν τώρα, στο επίπεδο του σώματος, του λόγου ή του νου τους. Ήδη το γεγονός ότι μοιραζόμαστε την ίδια Γη, αυτή τη κοινή συνθήκη ύπαρξης, είναι αποτέλεσμα ενός κοινού κάρμα που έχουμε με όλα τα υπόλοιπα έμβια όντα…μέχρι το παραμικρό μυρμηγκάκι. Αυτό το «συλλογικό κάρμα» είναι που μας αναγκάζει να υφιστάμεθα τα δυσμενή αποτελέσματα των βλαπτικών ενεργειών για το περιβάλλον, ακόμη κι αν εμείς οι ίδιοι έχουμε καλλιεργήσει μια συνείδηση «φιλική» προς το περιβάλλον.

Με αυτή την έννοια, ο,τι συμβαίνει σε αυτόν τον πλανήτη, οπουδήποτε, οποτεδήποτε, μας αφορά όλους. Οι φυσικές καταστροφές που, στην ουσία, αποτελούν αυθόρμητες κινήσεις αποτοξίνωσης της μολυσμένης Γης μάς αφορούν όλους και καθρεφτίζουν το συλλογικό επίπεδο της συνειδητότητάς μας. Γιατί η υγεία ενός οικοσυστήματος, ίσως τελικά να είναι η αντανάκλαση της συλλογικής ψυχοσωματικής υγείας των κατοίκων του…

Σύμφωνα λοιπόν με τη βουδιστική αντίληψη, κανείς ακτιβιστής οικολόγος και κανένα μέλος μη κυβερνητικής οργάνωσης δεν μπορεί να «σώσει» τον πλανήτη, αν δεν «σώσει» πρώτα τον εαυτό του- αν δεν βρει την αληθινή πνευματική του φύση που τον συνδέει με το Όλον.

Σε αυτό το πλαίσιο της συλλογικής υπευθυνότητας των ανθρώπινων όντων για τη Γη, εγγράφεται το ύψιστο ιδεώδες του «Μποντισάττβα», εκείνου δηλαδή που έχει αφιερώσει ολόκληρη την ύπαρξή του για το όφελος των άλλων όντων. Ένας Μποντισάττβα (αν και απελευθερωμένος ο ίδιος) δεσμεύεται με ιερούς όρκους να παραμείνει μέσα στον αέναο κύκλο των υπάρξεων, με σκοπό να βοηθήσει τα όντα να απαλλαγούν από τη δυστυχία. Με δυο λόγια, δεσμεύεται να φροντίζει τη Ζωή, σε κάθε μορφή της.

Η Γη, αυτή η γηραιά, ταλαιπωρημένη και πανέμορφη μέσα στη πολύ-ποικιλότητά της Γη, για έναν βουδιστή είναι κάτι πολύ παραπάνω από ένας πλανήτης που, για τους ορθολογιστές υλιστές, βρίσκεται απλά «σε κίνδυνο»: είναι η τέλεια καθαρή και ιερή εκδήλωση του φωτισμένου νου.

Standard

Ο Μύθος του Έρωτα

 Romeo_and_Juliet_(detail)_by_Frank_Dicksee

Ζούμε μια ζωή σκυμμένοι στις συλλογικές κοινωνικές και  πολιτιστικές εμμονές μας, με προεξέχουσα την εμμονή της ψευδαίσθησης του έρωτα. Όλοι μιλούμε για την αγάπη, πονούμε για την αγάπη, αναζητούμε την αγάπη, αλλά δεν συνειδητοποιούμε ότι κυνηγάμε ένα ουράνιο τόξο.

Αυτό που οι περισσότεροι ονομάζουμε αγάπη περιέχει τόση προσκόλληση, τόσο εγωκεντρισμό και τόση αγκύλωση, που θα μπορούσαμε να το παρομοιάσουμε καλύτερα με έναν… συναισθηματικό γύψο! Νομίζουμε ότι ‘αγαπάμε’ όποιον μας είναι ευχάριστος και όποιον εξυπηρετεί προσωρινά τις ανάγκες μας για ευχαρίστηση, ασφάλεια, επιβεβαίωση κλπ. Μόλις αυτός ή αυτή ‘προδώσει’ στιγμιαία τη  ψευδαίσθησή μας, μόλις παραβεί τους απαρέγκλιτους όρους και τις άκαμπτες προϋποθέσεις που έχουμε θέσει, τότε η ‘αγάπη’ μας εξανεμίζεται και μετατρέπεται εν μια νυκτί σε οχετό μίσους, υπολογισμού και μνησικακίας…

Πού είναι η αγάπη τότε; Τι μένει που να θυμίζει αυτό τον ανθισμένο πορτοκαλεώνα που γέμιζε τα στήθη μας και τα μάτια μας στις πρώτες συναντήσεις; Που πάει η περίφημη αγάπη μας, μετά από έναν χωρισμό, μετά από μια αποτυχία, μετά από ένα διαζύγιο, μετά από μια προδοσία…; Πώς μεταστρέφεται το πιο ‘ευγενικό’ ανθρώπινο συναίσθημα σε πόρτα της κόλασης; Πολύ απλά… αυτό που βαφτίζουμε “αγάπη”, δεν είναι παρά η προσκόλλησή μας σε μια νοητή προέκταση του εγωκεντρισμού μας. ‘Εγώ’ και τα παιδιά μου, ‘εγώ’ και ο σύντροφός μου, ‘εγώ’ και η φίλη μου… Τη στιγμή που τα παιδιά ή ο σύντροφος ή οι φίλοι θελήσουν να κάνουν κάτι άλλο από αυτό που θρέφει το δικό μας μικρό ή μεγάλο ‘εγώ’, τότε μετατρέπονται πάραυτα σε ‘δυνάστες’, ‘προδότες’, ‘εχθρούς’…

Ζούμε για αυτό το φάντασμα της αγάπης. Από μικροί το φανταζόμαστε και το κατασκευάζουμε με τα υλικά της χαμένης παιδικής μας ανθρωπογνωσίας. Ως μεγάλοι, το ανασκευάζουμε και το επικαιροποιούμε πάνω στα χνάρια των παλιών μας επιλογών, πάνω στα χνάρια των παιδικών μας πληγών.  Κανείς όμως δεν μας έχει πει ότι πρόκειται απλά για ένα φάντασμα…

Υπάρχουν δύο κύριες προσεγγίσεις στο θέμα αυτό: Η μια ψυχαναλυτική και η άλλη πνευματική. Η πρώτη θέλει να βλέπει την αγάπη ως ένα συναίσθημα σχεσιακό- αυτό σημαίνει ότι η αγάπη είναι μια στιγμιαία, μια στιγμή προς στιγμή κατάσταση που βιώνεται σε μια σχέση, σε μια ανθρώπινη διάδραση. Άρα, οτιδήποτε άλλο βιώνεται έξω από αυτό το σχεσιακό και προσωρινό πλαίσιο,  μπορεί να είναι εμμονή, μπορεί να είναι ψυχοπαθολογία, αλλά δεν είναι αγάπη!

Η δεύτερη οπτική, η πνευματική,  θέλει την αγάπη να μην είναι συναίσθημα. Στη περίπτωση αυτή, η αγάπη θεωρείται ότι είναι η αληθινή μας φύση, ο ανώτερος εαυτός μας, η φωτισμένη μας ενυπάρχουσα ουσία που μένει αθάνατη, σταθερή και λαμπερή, ανεξάρτητα από τις συνθήκες. Ένας φωτισμένος ‘αγαπά’ χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Δεν θα θυμώσει, ούτε θα απογοητευτεί αν η καλή του ερωτευτεί κάποιον άλλο, ούτε αν το παιδί του τού αποκαλύψει ότι είναι ομοφυλόφιλος! Ένας φωτισμένος δεν θα ζηλέψει, δεν θα μεμψιμοιρήσει, δεν θα απογοητευτεί, δεν θα μνησικακήσει…  γιατί η αγάπη είναι η θεϊκή ουσία που μένει άφθαρτη, που καίγεται άκαυτη και που δεν διακυβεύεται από τίποτα και με τίποτα!

Είτε εμπιστευτούμε τη μια περίπτωση, τη ψυχαναλυτική, είτε την άλλη, την πνευματική, βλέπουμε ότι αυτό το μόνιμο διαρκές συναίσθημα της αγάπης που πιστεύουμε ότι νιώθουμε για κάποιους προνομιακούς αποδέκτες συνανθρώπους μας, είναι απλά μια αυταπάτη! Διότι στη πρώτη μεν περίπτωση πρόκειται για κάτι πολύ φευγαλέο και στιγμιαίο, που βιώνεται πάντα σε ένα μοίρασμα ψυχών, κάτι σαν μια ψυχική μετάγγιση, στα πλαίσια μας ζωντανής σχέσης με τον άλλον. Στη δεύτερη δε περίπτωση, πρόκειται για μια κατάσταση διαρκούς υπερπροσωπικής αγάπης που δεν βιώνεται ως συναίσθημα, αλλά ως ουσία ύπαρξης.

Οπότε, την επόμενη φορά που θα πιάσουμε τον εαυτό μας ή τους φίλους μας να κλαίγονται για της αγάπης τους καημούς, μπορούμε τουλάχιστον να έχουμε τη νηφαλιότητα να καταλάβουμε ότι ο θρήνος μας αφορά τις δικές μας ελλείψεις και ότι ο οποιοσδήποτε ‘άλλος’ απέναντί μας δεν είναι θύτης, ούτε Ρωμαίος, ούτε Ιουλιέτα, παρά κομπάρσος στο μικρό προσωπικό μας δράμα. Και αν είμαστε στη σπάνια εκείνη μειοψηφία που μπορεί να αγαπάει χωρίς όρους, ας χαρούμε, γιατί είναι “δώρο Θεού”…

Standard

“Φώτιση”; -Όχι, ευχαριστώ!

17_Salvation_2k

Αν «γκουγκλάρεις» τη λέξη «φώτιση» σήμερα, θα βρεις σίγουρα εκατομμύρια αποτελέσματα. Το facebook και το twitter έχουν γεμίσει quotes για τη φώτιση – θαρρείς, όσο περνάει ο καιρός, έχει γεμίσει ο τόπος αυτόκλητους «φωτισμένους» που καλούν εμάς τους υπόλοιπους αδαείς σε διήμερα σεμινάρια αφύπνισης. «Αγγελικά» ρέικι και «διαβολικά» ριμπέρθινγκ βρίθουν στο διαδίκτυο υποσχόμενα ταχύρρυθμη πραγμάτωση με εμπειρίες πρώτης τάξης, εγγυημένη φώτιση χωρίς κούραση, μπορείς να την προγραμματίσεις ανάμεσα στο κομμωτήριο και στη λαική…

Ποτέ μια λέξη δεν έχει φορεθεί και δεν έχει φθαρεί τόσο, όπως η λέξη «φώτιση» (ίσως μόνο η λέξη «δημοκρατία»…). Ποτέ μια έννοια δεν έχει παραβιαστεί και δεν έχει κακοποιηθεί τόσο, όσο η έννοια της φώτισης στον σύγχρονο κόσμο. Αρχίζω να πιστεύω ότι όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε πολιτισμικά από την αληθινή μας φύση και από την φυσική αυθόρμητη κατάστασή μας, τόσο περισσότερο έχουμε την ανάγκη να μιλάμε για τη φώτιση…Μόνο που όταν μιλάμε για τη φώτιση, είναι σαν να μιλάμε για ένα φάντασμα, «για ένα αδειανό πουκάμισο, για μιαν Ελένη…». Νομίζουμε ότι η φώτιση είναι ένας μακρινός στόχος, ένα ταξίδι που παίρνει ατελείωτα χρόνια, πολλές δεκαετίες, αμέτρητες ζωές…ενώ στη πραγματικότητα πρόκειται απλά για μια στιγμή!. Η στιγμιαία αναγνώριση της κατάστασης του νου μας, η στιγμιαία αναγνώριση του ποιοι είμαστε αληθινά, η επίγνωση, η αυτογνωσία αυτού που ήδη υπάρχει εκεί από πάντα…Δεν χρειάζεται να πάμε κάπου μακριά για να συναντήσουμε αυτό που ήδη είμαστε, όπως δεν χριεάζεται να ταξιδέψει κάπου μακριά η θάλασσα για να συναντήσει το νερό…Καμμιά απόσταση- μόνον αναγνώριση.

Κι όμως. Μας έχουν πει από μικρά ότι «είμαστε» το σώμα μας, «είμαστε» το όνομά μας, «είμαστε» τα σχέδια της ζωής μας και οι τίτλοι των σπουδών μας. Μας έχουν πει ότι είμαστε η ψήφος μας, η ομάδα μας, η πόλη μας, η πατρίδα μας, η ράτσα μας…Κανείς δεν μας είπε ποτέ ότι είμαστε αστερόσκονη…Ότι ο σίδηρος στο αίμα μας, το ασβέστιο στα κόκκαλά μας, το οξυγόνο που αναπνέουμε δεν είναι παρά απομεινάρια, στάχτες αστεριών που έζησαν και πέθαναν εδώ και πολύ καιρό…Κανείς δεν μας είπε ότι συνδεόμαστε άρρηκτα με αυτόν τον «εξωτερικό» κόσμο και ότι μάλλον ο «κόσμος» που βιώνουμε βρίσκεται μέσα μας, παρά εμείς μέσα σε αυτόν!

Ετσι, χρειαζόμαστε αυτές τις ταμπέλες, χρειαζόμαστε τους οδοδείκτες για να προσεγγίσουμε και να περιγράψουμε νοερά αυτό που ήδη είμαστε! Χρειαζόμαστε τις λέξεις και τα σεμινάρια και τις ασκήσεις για να έρθουμε πιο κοντά στον εαυτό μας…πόσος χρόνος και κόπος χαμένος για κάτι τόσο αυθεντικό και κοντινό, όσο ο χτύπος της καρδιάς μας…Πώς γίνεται λοιπόν κι επαφίουμε αυτό το σημαντικό ταξίδι από εμάς σ’εμάς, σε άσχετους σωτήρες και σ’επισφαλείς οδηγούς;

Αναδύονται καταιγιστικά τα ερωτήματα: Πώς να ελέγξουμε την αξιοπιστία του κάθε πνευματικού μονοπατιού και τον προορισμό του; Πώς να σιγουρευτούμε ότι το λεωφορείο στο οποίο μόλις ανεβήκαμε μας πάει εκεί που θέλουμε; Πώς να κρίνουμε τον κάθε «δάσκαλο» ανεξάρτητα από τον εντυπωσιασμό που μπορεί να μας προκαλεί; Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να εμπιστευτούμε την καρδιά μας, ναι, την καρδιά μας που στο παρελθόν μας έχει οδηγήσει σε τόσα αδιέξοδα!

Δεν πρέπει να εμπιστευτούμε τις σκέψεις μας και την λογική. Οσο περισσότερο τις παρατηρούμε, τόσο αντιλαμβανόμαστε την φευγαλέα και αστάθμητη φύση τους. Δεν είμαστε οι σκέψεις μας. Ερχονται και φεύγουν σε κλάσματα δευτερολέπτων. Μπορεί να γυρνάνε τον κόσμο μας ανάποδα, αλλά δεν μπορούμε να στηριχτούμε πάνω τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να απομακρυνόμαστε από τον κοινό νου. Αντίθετα, πρέπει να φροντίζουμε την επιβίωσή μας, να ακολουθούμε τους κοινωνικούς κανόνες, όταν αυτοί δεν αντιβαίνουν με την πνευματική ηθική μας θεώρηση. Αλλά δεν πρέπει να ταυτιζόμαστε με τις σκέψεις μας.

Οι σκέψεις θα σου πουν: «Φώτιση είναι να μην έχεις σκέψεις»! Η θα σου πουν: «Φώτιση είναι να μην έχεις Εγώ»!  Παιχνίδια διανοητικά που μας σέρνουν από τη μύτη… Αν φώτιση είναι η απουσία των σκέψεων ή η απουσία του Εγώ, τότε αυτό το τραπέζι ή αυτή η καρέκλα θα ήταν οι τέλειοι διαλογιστές! Ο μεγάλος Ινδός Δάσκαλος Πάντμα Σαμπάβα έλεγε: «Κράτα τον νου σου ανοιχτό σαν τον ουρανό και την πράξη σου λεπτή σαν το αλεύρι»… Ο νους μας πρέπει να παραμένει ανοιχτός, χωρίς προκαταλήψεις και χωρίς διανοητικές αγκυλώσεις και η πράξη μας να είναι ακριβής και προσεκτική, ακολουθώντας τον κοινό νου.

Οι σκέψεις θα σου πούν: «Αν φωτιστείς, τέρμα τα προβλήματα»! Αυτό όμως δεν είναι παρά ένας ακόμη πνευματικός μύθος… «Προβλήματα» και αντιξοότητες συμβαίνουν πάντοτε ερήμην μας μέσα στη ζωή. Η φώτιση δεν εξαφανίζει με μαγικό τρόπο τα προβλήματα, ούτε μας μεταφέρει σε μια ονειρική ειρηνική Λιμνούπολη, όπου τα πουλάκια πάντα τιτιβίζουν και ο ουρανός είναι πάντα γαλάζιος. Μας κάνει να κρατάμε το κέντρο μας, την ψυχραιμία και τη νηφαλιότητα απέναντι στα όποια προβλήματα. Κι αυτό γιατί βιώνουμε διαρκώς τη βαθιά σύνδεσή μας με το Ολον, με το σύνολο της ζωής, χωρίς να διαχωρίζουμε τις δικές μας προτιμήσεις και την δική μας ευημερία από αυτό το Ολον. Τα προβλήματα εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλάζει όμως ο τρόπος που συνδιαλλεγόμαστε με αυτά. Ο πόνος, η βία, η αδικία, η αρρώστια, τα γηρατειά και ο θάνατος εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλάζει όμως ο τρόπος που τα αντιμετωπίζουμε όλα αυτά.

Με δυο λόγια, η φώτιση δεν μας εγγυάται μια ζωή απαλλαγμένη από τη δυστυχία, μετουσιώνει τη δυστυχία και την αρνητικότητα σε μια διαδικασία πνευματικής ωρίμανσης και ψυχικού εξευγενισμού. Σαν το χρυσάφι που δοκιμάζεται στη φωτιά, κάθε στιγμή δοκιμάζεται η υπομονή μας, η γενναιοδωρία μας, η συμπόνια μας και όλες οι αρετές στο καμίνι της σχετικής πραγματικότητας.

Οι σκέψεις τέλος, θα σου πούν: «Όταν φωτιστείς, θα βρίσκεσαι σε μια διαρκή κατάσταση αιώνιας ευδαιμονίας και ευτυχίας»!  Κι όμως… Και οι φωτισμένοι πονάνε, ματώνουν, κλαίνε, πληγώνονται, πεινάνε, κουράζονται, κοιμούνται και ξυπνάνε, όπως όλοι μας… Ναι, κατά καιρούς βιώνουν περισσότερη ευδαιμονία από τους υπόλοιπους, αλλά γνωρίζουν ότι και αυτό είναι κάτι παροδικό. Το μόνο πράγμα που είναι διαρκές και μόνιμο στη κατάσταση της φώτισης, είναι αυτή η ίδια η επίγνωση. Τίποτε άλλο!  Να είσαι φωτισμένος, σημαίνει να είσαι πλήρως αυθεντικός και παρών στη κάθε στιγμή, ότι κι αν εμφανίζεται, τίποτε άλλο!

 

(Η εικόνα “Salvation”, από την Chie Yoshii)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Standard