Σαν το κύμα

 

Μεσημέρι Ιουλίου, παραλία

65151541_10218468724925898_4621535190185934848_n

Ένα ζεστό μούδιασμα διαπερνά τα πάντα: η ζωή αναριγεί σαν κύμα, καθώς εμφανίζεται κι εξαφανίζεται την ίδια στιγμή. Οι λέξεις προσπαθούν να παγιώσουν μιαν αδιάκοπη ροή εμπειρίας, που εμφανίζεται γυμνή, ανεπιτήδευτη, πρωταρχική. Οι λέξεις είναι οι βιβλιοθήκες., οι αρχειοθήκες της εμπειρίας σου. Τι θα ήσουν χωρίς λόγο; Ίσως μια διακύμανση δόνησης. Ίσως απλά ένας φλοίσβος.

Η θάλασσα είναι η μεγαλύτερη δασκάλα μέσα στη φύση και η φύση είναι η μεγαλύτερη δασκάλα μέσα στη ζωή μας. Η φύση αποτελεί το μοναδικό αξιόπιστο σημείο αναφοράς που μένει εκεί, όταν θέλουμε να προσδιορίσουμε την όποια σχέση μας με τον κόσμο. Όλα, μα όλα τα άλλα σημεία αναφοράς μάς εξαπατούν- η τεχνολογία, η επιστήμη, η φιλοσοφία, ακόμη και η ίδια η θρησκεία. Η φύση αναδύεται πάντα κυρίαρχη στην εμπειρία μας: την εξισορροπεί και την εναρμονίζει.

Ας κοιτάξουμε το κύμα σαν δάσκαλο: έρχεται και φεύγει ανεμπόδιστα, υπάρχει και δεν υπάρχει ταυτόχρονα, αναβλύζει και χάνεται διαρκώς σε μια ακατάπαυστη ροή. Μπορούμε να δούμε όλες τις εμπειρίες μας, όλες τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας με τον ίδιο τρόπο- μια ακατάπαυστη ροή, χωρίς αρχή και τέλος. Ένα δράμα που παίζεται στον αισθητό και βιώνεται στον ονειρικό χρόνο συνάμα. Κι ακόμη παραπέρα: το κύμα δεν είναι διαφορετικό από τη θάλασσα. Το κάθε κύμα προβάλλει με άλλη μορφή, ποτέ πανομοιότυπο, αλλά πάντοτε ένα με το νερό. Με τον ίδιο τρόπο εμφανίζονται και οι διάφορες μορφές και προσωπικότητές μας- εμφανίζονται διαφορετικές αλλά έχουν την ίδια φύση του ωκεανού της ύπαρξης.

Κοίτα τη θάλασσα σαν δασκάλα. Ξέρει πότε ακριβώς να πλημμυρίσει και πότε να αποσυρθεί διακριτικά. Δεν κρατάει τίποτα για τον εαυτό της. Περιέχει τα πάντα και χαρίζει τα πάντα. Μέσα της γεννιούνται και πεθαίνουν απειράριθμα όντα. Η θάλασσα είναι πάντα εκεί, αλλά δεν είναι ποτέ ίδια. Αλλάζει διαρκώς και μας προσκαλεί σε ταξίδια άγνωστα και μακρινά. Με τον ίδιο τρόπο, η θάλασσα της ζωής μας  περιέχει τα νησιά των αναμνήσεών μας και ανοίγεται στον ορίζοντα του άγνωστου μέλλοντος. Η θάλασσα πολλές φορές μάς πνίγει. Μας καταπίνει κατά χιλιάδες στον κρύο πάτο της. Με απόλυτη ισοψυχία, χωρίς οίκτο, δεν διακρίνει παιδιά και γέρους. Αλλά, το ίδιο δεν κάνει η αρρώστια και ο θάνατος;

Μπορούμε να πούμε ότι η  φύση του νου μας είναι ίδια με την φύση της θάλασσας ή του ουρανού: απεριόριστη, αγέννητη και λαμπερή. Χωρίς αρχή και χωρίς τέλος. Χωρίς αυθύπαρκτη ύπαρξη και γι’ αυτό κενή. Χωρίς ιδιοκτήτη και γι’ αυτό οικουμενική. Χωρίς νόμους και γι’ αυτό ελεύθερη. Ποτέ ακίνητη και ποτέ παγιωμένη, όπως ο νους μας.

……………………

Ένα δροσερό αεράκι χαϊδεύει το κορμί σου. Σηκώνεσαι και βηματίζεις  προς τη θάλασσα. Κάθε βήμα φέρνει τη θάλασσα μέσα σου. Μπαίνεις ολόκληρη μέσα και γίνεσαι θάλασσα. Ένα με τα ψάρια, ένα με τον αφρό, ένα με τα κοχύλια. Μια ανάσα βαθιά είναι η ζωή σου. Ένα μακροβούτι στη θάλασσα της ύπαρξης. Όσο διαρκεί, το απολαμβάνεις… Μέχρι να εκπνεύσει αυτή η ανάσα και να βγεις στην επιφάνεια μιας άλλης ζωής, ίσως, ναι, κάπου αλλού, κάποτε άλλοτε…

 

(Η συνέχεια στο Άβατον του καλοκαιριού 2019)

Advertisements

Η ευλογία του σκοταδιού

33993701_10215137822815427_7901133451036721152_n

Αγαπώ την ανατολή αλλά είμαι ερωτευμένη με την δύση. Με την ώρα αυτή που ο ουρανός γεμίζει με το χρυσό, το ροζ και το μαβί. Την ώρα που το σκοτάδι απλώνεται, η γη ανακουφίζεται από την κάψα της μέρας και αναδύει τις ευωδιές της. Την ώρα που τα κορμιά ξεκουράζονται στις αγαπημένες αγκαλιές. Την ώρα που οι αντιστάσεις χαλαρώνουν και τα χέρια μας αφήνονται στον έρωτα. Την ώρα που τα όνειρα γίνονται πιο σημαντικά από τη πραγματικότητα και οι ψίθυροι πιο σημαντικοί από τις φωνές… Αγαπώ το φως αλλά είμαι ερωτευμένη με το σκοτάδι. Γιατί είναι το σκοτάδι που γεννάει το φως!

…….

Συνήθως, το σκοτάδι εμπεριέχει αυτή τη ποιότητα της εγκατάλειψης, της παράδοσης, όταν παραδίδουμε «τα όπλα», τον εαυτό μας, τις αναστολές μας και χαλαρώνουμε μέσα στο «άγνωστο». Η διαρκής συναλλαγή μας με το φως μάς κουράζει, μάς εξαντλεί. Υπάρχουν άνθρωποι που διαρκώς επιδιώκουν να γλυτώσουν από το σκοτάδι. Ολόκληροι πολιτισμοί έχουν βαλθεί να καταργήσουν το σκοτάδι με όλα τα εμπορικά κέντρα, τις φωτεινές επιγραφές και τους κατάφωτους αυτοκινητόδρομους…Είναι ακόμη μια παιδική αρρώστια της ανθρωπότητας, αυτή που σε κάνει να νιώθεις ανασφάλεια στο σκοτάδι. Σου διαφεύγει η ευδαιμονία που αυτό κρύβει…Νομίζεις ότι έχεις τον έλεγχο, όταν αντικρίζεις τα πράγματα, αλλά στο σκοτάδι το εσωτερικό μας μάτι ανοίγει διάπλατα και «βλέπουμε» πιο καθαρά. Με τα μάτια κλειστά, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι βλέπουμε καλύτερα την κατάσταση του νου μας και αυτό είναι κάτι που θα μας βοηθήσει σε όλη τη ζωή μας, αλλά κυρίως στη φάση του θανάτου μας.

(η συνέχεια στον ‘Αβατον του καλοκαιριού 2019)

Πάντα μαζί, πάντα χώρια

18222709_10211702559976003_2947179376288016460_n

Κάποιες φορές, τα όρια ανάμεσα σ’ εμάς και τον άλλον, γίνονται απεριόριστα. Κάποιες φορές πρέπει να χάσουμε τον εαυτό μας για να βρούμε τον άλλον. Κάποιες φορές πρέπει να χάσουμε τον άλλον για να ξαναβρούμε τον εαυτό μας…

Όταν ερωτευόμαστε, χάνουμε το πεπατημένο μέτρο της λογικής και βαδίζουμε στα άγνωστα χνάρια του υποσυνείδητου. Ξενιτευόμαστε από τη ζωή μας, τοποθετώντας στο κέντρο του ενδιαφέροντος και της φροντίδας μας έναν άλλο, έναν «ξένο», πάνω στον οποίο προβάλλουμε όλες τις ποιότητες της πρωταρχικής σαρκικής και ψυχολογικής σχέσης μας – συνήθως τη σχέση με τη μάνα μας.

Κάθε φορά που σ’ άγγιζα ένιωθα την αστρονομική απόκλιση των αναγκών μας να βαθαίνει. Το βλέμμα σου βυθιζόταν στον πυρήνα του φόβου μου. Κοντά ερχόσουν κι έφευγες. Τις νύχτες σε έψαχνα στο κατώφλι της αμηχανίας μου. Σε έβρισκα ανάμεσα στα φυλλωσιές του πόθου μου. Σε έχανα στη δίνη της ηδονής και σε έβρισκα στη δίνη της οδύνης. Ήσουν ο προνομιούχος άγνωστος που είχε τρυπώσει στα όνειρά μου. Δεν χρειάστηκε πολύ: ίσως ένα-δυο βλέμματα, μια-δυο κουβέντες και το παιχνίδι είχε αρχίσει. Εσύ μοίραζες τη τράπουλα, συνέχεια εσύ. Εγώ απλά ήμουν εκεί και ζεσταινόμουν κάτω από τον ήλιο της εφήμερης αγάπης σου.

Επικίνδυνο ταξίδι, αλήθεια, ο έρωτας. Μας πάει στα άκρα του πόνου μας. Τίποτα δεν φωτίζει την άβυσσο της ψυχής μας πιο έντονα, μόνο που αυτό που μας δείχνει δεν είναι συνήθως αυτό που θέλαμε να δούμε… Βλέπουμε ανάγλυφο το τοπίο της εσωτερικής μας ανασφάλειας, της μικρότητας, της ζήλειας, της εγκατάλειψης, της απόρριψης. Βλέπουμε πόσο ανολοκλήρωτοι νιώθουμε. Βλέπουμε πόσο μόνοι και χαμένοι νιώθουμε. Υπερεκτιμημένη υπόθεση ο έρωτας…

Αλλά και πάλι, μέσα στα μάτια σου έβλεπα τον θεό. Ηθελημένη ψευδαίσθηση ο έρωτας… αλλά μέσα από τα μάγια σου ανακάλυψα πάλι τον κόσμο που τώρα ζω. Επώδυνο παιχνίδι ο έρωτας… αλλά με βρίσκει πάντα ανυποψίαστη και απροετοίμαστη σαν αιώνια έφηβη. Πάντα μαζί, πάντα χώρια… Μετράω τους εραστές που χάθηκαν σαν τις κεχριμπαρένιες χάντρες ενός πολύτιμου κομπολογιού που έσπασε μέσα στην ομίχλη της καρδιάς μου. Μετράω τις προδοσίες, τις ήττες, τις αυταπάτες και τις ματαιώσεις με την ίδια προθυμία που θυμάμαι το ρίγος που διαπερνούσε την ερωτική στιγμή, τη κάθε στιγμή που είναι έξω από τον χώρο και τον χρόνο, που στέκεται μετέωρη και δυνατή σαν Καρυάτιδα και ατενίζει έναν ξένο και αλλοτριωμένο κόσμο…

Όταν χωρίζουμε, ξαναγράφουμε μέσα μας όλη την ιστορία. Ξαναγράφουμε την ιστορία της γένεσης, του χαμένου παραδείσου και της πτώσης. Αναζητούμε και καταγράφουμε όλα τα σημάδια της ένωσης και της απόσχισης από τον άλλον. Καταρτίζουμε μόνοι ή με φίλους, ολόκληρες λίστες, ισοζύγια, απολογισμούς και υπολογισμούς. Τελικά όλοι παίζουμε και χάνουμε εξίσου. Σε αυτό το «παιχνίδι» δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Υπάρχουν μόνον άνθρωποι σε αναζήτηση της ολότητάς τους.

Κάθε φορά πού έφευγες, ένα κομμάτι μου έφευγε μαζί σου. Μου έκοβες κομμάτια τα χέρια, το στήθος, τα μάτια, τη κοιλιά μου… Όταν μου χαμογελούσες, τα πουλιά πετούσαν χαμηλά, έμπαιναν στη καρδιά μου και φτερούγιζαν, ανέλπιδες ελπίδες, ανείπωτα λόγια, ανήκουστα τραγούδια βούιζαν στον νου μου, σαν μέλισσες που κουβαλούσαν το νέκταρ της επαφής μας. Από το στόμα σου έτρεχε αυτό το νέκταρ που διαπερνούσε τις φλέβες μου. Από τα μάτια σου ο κόσμος σου έμπαινε βίαια στον δικό μου. Ήμουν απόλυτα παραδομένη στο άγγιγμά σου. Απόλυτα δοσμένη σ’ αυτή την εθελούσια ψευδαίσθηση του απόλυτου…

Μια τεράστια ευκαιρία χάνεται μαζί με κάθε έρωτα που φεύγει: η ευκαιρία του να δούμε τον εαυτό μας εξαίσια απογυμνωμένο, η ευκαιρία να αγκαλιάσουμε και να αποδεχτούμε τη γύμνια μας. Η αλήθεια μας στέκει εκεί, προδομένη, σημαδεμένη, παρατημένη, φοβισμένη. Χρειάζεται μόνο να τολμήσουμε να ανοίξουμε τα μάτια και να τη κοιτάξουμε κατάματα!

Στεκόσουν και με κοίταζες εκεί, απέναντί μου και το βλέμμα σου διέσχιζε σαν ξίφος τη καρδιά μου. Ένιωθα σαν να ήθελες να με εκδικηθείς που τόλμησα να έρθω τόσο κοντά, που τόλμησα να διανοηθώ ότι είναι δυνατό… Πληγώνουμε πάντα, άθελά μας αυτούς που αγαπάμε, μου είπες. Πώς μπόρεσες κι έκανες το φάρμακο φαρμάκι; Πώς άντεξες κι έσκισες το ένα σώμα μας στα δύο;  Πώς αναπνέεις και γελάς μακριά μου;

Η επιστροφή στο σπίτι έχει πάντα τη πικρόγλυκη γεύση της παραίτησης. Αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που μας κρατάει δέσμιους σε όλα τα πρέπει και τα θέλω μας; Γιατί να μην εξαφανιζόμαστε απλά σε μια έκρηξη φωτός στη διάρκεια μιας ερωτικής συνεύρεσης; Γιατί πάντα να επιστρέφουμε στη μικρή ζωή μας, όπου θέλουμε να διαφυλάξουμε τα κεκτημένα, να περιφρουρήσουμε τον έλεγχο που υποτίθεται ότι έχουμε πάνω στα πράγματα και να ξαναπατήσουμε στη γη, προσγειωμένοι, ευνουχισμένοι, αυτόχειρες ιδανικοί εραστές; Τι είναι αυτό που μας κρατάει και δεν χανόμαστε μια για πάντα σε ένα εξαίσια παράλογο ερωτικό παραλήρημα; Ύπουλα και σταθερά βάζουμε τα όρια που μας κρατούν χώρια… Ύπουλα και σταθερά το μαζί γίνεται χώρια…

Για όσο ακόμη δεν αναγνωρίζουμε ότι η ολότητα είναι πάντα εκεί, μέσα μας, θα είμαστε αιώνια θύματα της υπόγειας βουής των συναισθημάτων μας. Για όσο ακόμη δεν αγκαλιάζουμε την αληθινή μας ύπαρξη, την άθικτη εκείνη αμόλυντη και φωτεινή ουσία που βρίσκεται στον πυρήνα της ύπαρξής μας, θα είμαστε αιώνια θύματα της αποπλάνησης και της απογοήτευσης. Μόνο όταν περάσουμε από τον προσωπικό έρωτα στον υπερ-προσωπικό, θεϊκό έρωτα, θα μπορέσουμε να ζήσουμε ολοκληρωμένα. Μέχρι τότε, τουλάχιστον ας γνωρίζουμε ότι κανείς θα πρέπει να εισέρχεται εν γνώσει του, χωρίς αναστολές και χωρίς άμυνες στην αρένα του έρωτα. Ας γνωρίζουμε ότι κάθε πλησίασμα θα εγκυμονεί τον αποχωρισμό, κάθε υπόσχεση θα γεννά την προδοσία, κάθε μοίρασμα θα φέρνει μαζί του την απογοήτευση.

Οικειοθελώς να παραδιδόμαστε στο παιχνίδι της άσβεστης αυτής φωτιάς. Να καιγόμαστε μέχρι που να γίνεται στάχτη η προηγούμενη ύπαρξή μας. Να ξαναγεννιόμαστε σαν φοίνικες μέσα από τις φλόγες του πάθους μας. Να αγγίζουμε με τα χέρια μας το ιερό άδυτο της ψυχής του άλλου: αυτό είναι ο έρωτας!

 

 

 

 

 

 

 

Η Γιόγκα της Εμμηνόπαυσης

Susan-R_-in-the-Renaissance-91--2617091833

8πμ- Το εσωτερικό μου ξυπνητήρι με ξυπνάει μαζί με το επίμονο νιαούρισμα του γατούλη που απαιτεί το πρωινό του. Το σπίτι είναι ήσυχο και καθώς ανοίγω τη μπαλκονόπορτα η μυρωδιά των δέντρων απέναντι γεμίζει τα ρουθούνια μου με υποσχέσεις αποδράσεων και trekking  που ποτέ πια δεν κάνω.

Μετά τον πρωινό διαλογισμό, ετοιμάζω το καθιερωμένο πράσινο τσάι, ολόκληρη τη τσαγιέρα και την αδειάζω αργά ακούγοντας Τρίτο Πρόγραμμα στο ραδιόφωνο. Ο νους μου πηγαίνει στη κόρη μου που είναι στο Λονδίνο, όχι δεν μπορώ να της μιλήσω ακόμη, είναι πολύ νωρίς εκεί, δύο ώρες πριν. Την σκέφτομαι να ετοιμάζεται αγουροξυπνημένη για μια ακόμη μέρα τρεχάλας μέσα στο μετρό. Την σκέφτομαι να εκπαιδεύει με τον μοναδικό της τρόπο τα αυτιστικά νήπια και νιώθω περήφανη αλλά ταυτόχρονα ανήσυχη: γιατί, πώς να είναι από χτες, δεν της μίλησα τόσες ώρες και μπορεί κάτι να την βασανίζει ή να έχει κρυώσει ή να είδε άσχημα όνειρα… Το άλλο μου παιδί, ο πιο πρόσφατα κομμένος ομφάλιος λώρος, έφυγε ήδη για το αγροτικό του στη Μυτιλήνη- ναι, το ίδιο αγοράκι που ερχόταν τις νύχτες να ζεστάνει τις πατούσες του στο κρεβάτι μου, τώρα πια είναι νέος γιατρός στα Επείγοντα, άνθρωποι τού εμπιστεύονται τη ζωή στους, τον σέβονται και τον υπολογίζουν, κρέμονται από τα χείλη του και ξέρω βαθιά μέσα μου, ότι ό, τι κάνει το κάνει με αγάπη…

Η γριά μητέρα μου είναι ο μόνος άνθρωπος που ανυπομονεί να με ακούσει κάθε πρωί στο τηλέφωνο. Ο χρόνος περνάει τόσο αργά και βασανιστικά όταν δεν θέλει κανείς  πια να ζει, και η μάνα μου δεν θέλει πια, αφού έφυγε χρόνια πριν ο σύντροφός της επί 65 συναπτά έτη… Θυμάμαι εκείνη τη νύχτα που πέθανε ο πατέρας μου, τέσσερα χρόνια πριν. Του κρατούσα αγκαλιά το κεφάλι με την ίδια τρυφερότητα που θα κρατούσα ένα νεογέννητο… Έφυγε και ένιωσα ότι ξαναγίνομαι ένα μικρό κοριτσάκι που ξαφνικά του άφησε το χέρι. Περίεργο, να περνούμε όλη μας ή έστω τη μισή ζωή μας προετοιμαζόμενοι για τον θάνατο, στοχαζόμενοι τον θάνατο, αλλά όταν έρχεται η στιγμή στ’ αλήθεια, να μας πιάνει πάντα εξαπίνης!

Διώχνω τις σκέψεις περί θανάτου και κατεβαίνω για τα καθημερινά μου ψώνια. Όλοι στη γειτονιά με ξέρουν, πειράγματα, καλημερίσματα, ενθαρρυντικά σχόλια… Πόση ομορφιά κρύβει το μοίρασμα, η αλληλεγγύη, η συλλογική συμμετοχή στη κωμωδία και στο δράμα της ζωής! Δεν υπάρχουν «ξένοι» εδώ, μόνο δικοί «μου» άνθρωποι. Η καλή μου η γειτόνισσα που έχασε το παιδί της από ναρκωτικά, παλικαράκι 20 χρονών, και όμως βρίσκει κουράγιο να χαμογελάει κάθε μέρα. Ο γέρος παπάς που ένα έμφραγμα, μαζί με το βάρος της ηλικίας τον έκανε να είναι λιγότερο αυταρχικός και μαλάκωσε τη καρδιά του. Η νεαρή χήρα που άνθισε και ομόρφυνε όταν έμεινε μόνη και άνοιξε καινούργια επιχείρηση με τα παιδιά της. Η καθηγήτρια που ταΐζει τα αδέσποτα και σου εκμυστηρεύτηκε ασθμαίνοντας ότι τον επόμενο μήνα θα κάνει εγχείριση καρδιάς. Οι φοιτητές που ανεβοκατεβαίνουν στα λεωφορεία της ζωής τους με τη φούρια των ολοένα νέων ανακαλύψεων. Οι νεαρές μαμάδες με τα παιδάκια στα καρότσια, λαμπερά χαμόγελα και λερωμένες πάνες. Οι παππούδες καθισμένοι στα παγκάκια που αναπολούν και σχολιάζουν ακατάπαυστα. Ο χορός της ζωής και του θανάτου στήνεται καθημερινά έξω από το παράθυρό μου. Ζω, χαίρομαι, λυπάμαι, αναπνέω μέσα από αυτό. Και όταν, κάποιες στιγμές με πιάσουν οι μαύρες μου και μελαγχολήσω, όταν αναπολήσω περασμένες σχέσεις και χαμένες ευκαιρίες, και μόνο μια ματιά έξω από το παράθυρο, φτάνει να με κάνει να μην νοιώθω «μόνη». Ένα κύτταρο της ανθρωπιάς είσαι…

…………

Η εμμηνόπαυση εμπεριέχει ταυτόχρονα τη γλυκύτητα και την τραχύτητα των ματαιώσεών μας. Ειδικά για τις γυναίκες που είναι κοινωνικές αλλά ζουν μοναχικά. Τις γυναίκες που έχουν κάνει μεγάλη διαδρομή στη ζωή τους. Που δεν φοβήθηκαν να πάρουν αποφάσεις και δεν τσιγκουνεύτηκαν ποτέ να πληρώσουν το κόστος των αποφάσεών τους. Γιατί υπάρχουν και άλλες γυναίκες, που έχουν στρογγυλοκαθίσει πάνω στο βόλεμα των ρόλων τους. Γι’ αυτές, η εμμηνόπαυση είναι απλά μια επιπλέον αφορμή για νεύρωση. Υπάρχουν γυναίκες που διάγουν τη ζωή τους θυμωμένες. Πάντως, οι περισσότερες στην εμμηνόπαυση διακρίνονται από αυτόν τον εξαίρετο συνδυασμό ευαισθησίας, συμπόνιας και σοφίας, που μόνο η εμπειρία και ο πόνος μπορεί να φέρει.

 

(η συνέχεια στον ‘Αβατον που κυκλοφορεί)

 

 

 

 

Γη, η εκδήλωση της φώτισης

36403129_1939741509389756_3807919847174569984_n
Όταν ο ιστορικός Βούδας Σιντάρτα Γκοτάμα (Σακυαμούνι) έφτασε στην τέλεια Φώτιση, ακούμπησε με το δεξί χέρι του τη Γη, σε μια κίνηση γνωστή ως «Μούντρα της Μαρτυρίας». Πήρε δηλαδή τη Γη σαν μάρτυρα για τη Φώτισή του. Κανέναν θεό, κανένα πνεύμα, κανέναν άνθρωπο, μόνο τη Γη.
Η βουδιστική κοσμολογία χάνει τις ρίζες της μέσα στην μακραίωνη ινδουιστική μυθολογία και στις ποικίλες σαμανιστικές παραδόσεις της ευρύτερης περιοχής των Ιμαλαΐων. Μέσα σε ένα αχανές και ατελείωτο σύμπαν, ή ακόμη και σε αμέτρητα πολλαπλά σύμπαντα (τον «τρισχιλιόκοσμο») γεμάτα από αμέτρητα όντα που περιπλανώνται στον κύκλο των υπάρξεων, η Γη δεν γίνεται αντιληπτή σαν ένας πλανήτης ανάμεσα στους άλλους πλανήτες, ούτε και ο ήλιος δεν γίνεται αντιληπτός απλά σαν ένα άστρο ανάμεσα στα άλλα.
Σύμφωνα με αυτό το κοσμολογικό σύστημα, η Γη μας αντιστοιχεί στην γαλάζια τραπεζοειδή «Ήπειρο» του Τζάμπου-λινγκ, που επιπλέει στον «νότιο ωκεανό» του σύμπαντος. Ο ήλιος και η σελήνη στριφογυρίζουν αρμονικά γύρω από έναν ακλόνητο άξονα που ορίζεται από ένα «κέντρο του σύμπαντος». Κέντρο του σύμπαντος θεωρείται το ατσάλινο αμετακίνητο «Όρος Μερού», σε σχήμα ανάποδης πυραμίδας και γύρω του οργανώνονται οι τέσσερις κοσμικές «Ήπειροι» με τις αντίστοιχες υπο-ηπείρους τους. Για περισσότερη σιγουριά, οι βουδιστές οραματίζονται ότι ολόκληρο το σύμπαν περιβάλλεται από ένα σιδερένιο τείχος…
Το Όρος Μερού είναι λαμπρό, έχει τέσσερις πλευρές, με διαφορετικό χρώμα η καθεμιά και βρίσκεται μέσα σε μια απέραντη καθαρή λίμνη που, όπως και ο περιβάλλων ουρανός, αντανακλά τα χρώματα με εξαιρετική διαύγεια. Η ανατολική πλευρά του Όρους Μερού είναι φτιαγμένη από μαργαριτάρι και έτσι στην ανατολή απλώνεται ο λευκός κρυστάλλινος ωκεανός της κοσμικής ηπείρου του Λούπα-πό: ο ουρανός έχει χρώμα λευκό και τα όντα που ζουν εκεί είναι αγνά, στερούνται όμως τις διδασκαλίες του Ντάρμα (την αλήθεια που απελευθερώνει). Στο νότο βρίσκεται η γαλάζια ήπειρος του Τζάμπου- λινγκ. Το χρώμα της το παίρνει από τη γαλάζια πλευρά του Όρους Μερού, που είναι φτιαγμένη από Λάπις- Λάζουλι. Εδώ ξεδιπλώνεται ο δικός μας κόσμος με τον γαλάζιο ουρανό και το γαλάζιο νερό. Στο Τζάμπου- λινγκ κατοικούν όντα που υποφέρουν από τα αποτελέσματα των αρνητικών τους πράξεων, που οφείλονται στη άγνοια της αληθινής τους φωτισμένης φύσης, αλλά διαθέτουν τα μέσα για να φτάσουν στη Φώτιση, στην απελευθέρωση από τον κύκλο των υπάρξεων, εξαιτίας της ύπαρξης του πολύτιμου Ντάρμα που ενσαρκώνει τις διδασκαλίες των Φωτισμένων, των Βουδών. Προς τη Δύση, το σύμπαν εκδηλώνεται με το κόκκινο χρώμα της κοσμικής ηπείρου του Μπάλαν- τσέ, αντανάκλαση της δυτικής πλευράς του Όρους Μερού, που είναι από ρουμπίνι. Εκεί τα όντα ευημερούν υλικά, χωρίς όμως να έχουν τη δυνατότητα να έρθουν σε επαφή με το Ντάρμα. Τέλος, στο βορρά, όπου αντανακλάται η σμαραγδένια βόρεια πλευρά του Όρους Μερού, κατοικούν τα εξελιγμένα όντα του πράσινου Ντραμινιέν, που επίσης στερούνται του Ντάρμα.
Βλέπουμε ότι στην ουσία, μόνον τα όντα της «δικής» μας, νότιας ηπείρου (του Τζάμπου- λίνγκ) έχουν το καρμικό προνόμιο να μπορούν να έρθουν σε επαφή με τις διδασκαλίες της Φώτισης και να αφυπνιστούν, να γίνουν Βούδες- αν και όλα τα όντα ανεξαιρέτως έχουν τη βουδική φύση- δηλαδή ενέχουν τη δυνατότητα της Φώτισης.
Μέσα στην βουδιστική άσκηση του «Μάνταλα» (συνόλου των φαινομένων), στην ουσία αναδημιουργούμε νοερά συνεχώς το ιερό σύμπαν και το προσφέρουμε στη φωτισμένη οικουμενική συνείδηση, με ο, τι αυτό περιέχει: ουσίες «πολύτιμες», που συμβολίζονται από λεπτομερή περιγραφικά στοιχεία, εξωτερικά, εσωτερικά και μυστικά. Σε απόλυτο επίπεδο, ο ασκητής γνωρίζει ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανείς που «προσφέρει» και κανείς που να «δέχεται» τη προσφορά. Ο υλικός κόσμος που μας περιβάλλει δεν «υπάρχει» με την στενή έννοια του όρου: όλη η Εκδήλωση έχει τη φύση του ονείρου, είναι κενή, είναι παροδική και ταυτόχρονα γεμάτη απεριόριστες δυνατότητες εκδήλωσης της υπερ-προσωπικής Συνείδησης που την διαπερνά. Κατ’αυτό τον τρόπο καταργείται η δυαδικότητα και ο βουδιστής «γνωρίζει», μέσα από την εμπειρία της άσκησης, ότι δεν είναι καθόλου ξεχωριστός από αυτό το σύμπαν, δεν είναι ξεχωριστός από τη Γη και όλα τα όντα που την κατοικούν, ούτε είναι ξεχωριστός από τους άλλους ανθρώπους…
Τα πέντε στοιχεία (αέρας, φωτιά, νερό, γη και αιθέρας) από τα οποία απαρτίζεται ο μικρόκοσμος και ο μακρόκοσμος είναι πρωτίστως ιερά στον Βουδισμό και αντιστοιχούν στις πέντε βασικές φωτισμένες ποιότητες («βουδικές οικογένειες»).
Η ενότητα του ασκητή με όλο το σύμπαν υπογραμμίζεται και από το γεγονός ότι οι βουδιστικές ασκήσεις ενισχύουν τα πέντε φυσικά στοιχεία -ανάμεσά τους δε υπάρχουν κάποιες ασκήσεις που ενισχύουν ιδιαίτερα το στοιχείο της γης.
Η Γη θεωρείται στο Βουδισμό ιερή, πολύ απλά γιατί… όλα θεωρούνται ιερά! Όλα τα φαινόμενα είναι διαποτισμένα από τη φωτισμένη ποιότητα, όλη η Εκδήλωση ενέχει τη Φώτιση και η πνευματική άσκηση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια οργανωμένη εξάσκησή μας πάνω σε αυτή την αφυπνιστική υπενθύμιση. Με την άσκηση ερχόμαστε σε επαφή με την αληθινή μας φύση, που είναι πνευματική και μη δυαδική. Και αυτό συμπεριλαμβάνει έναν τρόπο ζωής που είναι πνευματικός, με την έννοια του σεβασμού και της αγάπης απέναντι σε κάθε μορφή ζωής.
Είναι γνωστή η ένθερμη φροντίδα των βουδιστών, σε ολόκληρο τον κόσμο, να προστατεύσουν το παραμικρό είδος ζωής πάνω στη Γη… Στο Θιβέτ, ήταν αδιανόητο να σκάψει κανείς τη Γη για οποιοδήποτε λόγο και τα μόνα ορυκτά (συμπεριλαμβανομένου του αλατιού) που συλλέγανε, ήταν αυτά που έβρισκαν στην επιφάνειά της. Όταν έβαζαν τα θεμέλια των μοναστηριών, γινόταν ειδικές τελετές γενναιόδωρων προσφορών και εξευμενισμού των πνευμάτων και των άλλων όντων που κατοικούν στη Γη, τελετές που ονομάζονταν στα θιβετανικά «εξαγορά του τόπου», με την έννοια της πνευματικής οικειοποίησης του χώρου από τους φυσικούς δικαιούχους του. Παραδοσιακά, οι βουδιστές αντί να αντλούν από τη Γη τα πολύτιμα μέταλλα και ορυκτά, τα επιστρέφουν σε αυτήν, με ειδικές τελετές, ρίχνοντας χρυσό και πολύτιμους λίθους μέσα σε πηγές και σε σπήλαια-βάραθρα.
Η Γη για τους βουδιστές είναι ένα ιερό σύνολο, ένα ζωντανό μάνταλα που δονείται από τις καρμικές προδιαθέσεις των κατοίκων της. Υπό αυτή την έννοια, τα όντα που ζουν επάνω στη γη βιώνουν ευτυχία ή δυστυχία ανάλογα με το κάρμα τους- δηλαδή ανάλογα με τα αποτελέσματα των θετικών ή αρνητικών πράξεων που έχουν τελέσει στο παρελθόν και τελούν τώρα, στο επίπεδο του σώματος, του λόγου ή του νου τους. Ήδη το γεγονός ότι μοιραζόμαστε την ίδια Γη, αυτή τη κοινή συνθήκη ύπαρξης, είναι αποτέλεσμα ενός κοινού κάρμα που έχουμε με όλα τα υπόλοιπα έμβια όντα…μέχρι το παραμικρό μυρμηγκάκι. Αυτό το «συλλογικό κάρμα» είναι που μας αναγκάζει να υφιστάμεθα τα δυσμενή αποτελέσματα των βλαπτικών ενεργειών για το περιβάλλον, ακόμη κι αν εμείς οι ίδιοι έχουμε καλλιεργήσει μια συνείδηση «φιλική» προς το περιβάλλον.
Με αυτή την έννοια, ο,τι συμβαίνει σε αυτόν τον πλανήτη, οπουδήποτε, οποτεδήποτε, μας αφορά όλους. Οι φυσικές καταστροφές που, στην ουσία, αποτελούν αυθόρμητες κινήσεις αποτοξίνωσης της μολυσμένης Γης μάς αφορούν όλους και καθρεφτίζουν το συλλογικό επίπεδο της συνειδητότητάς μας. Γιατί η υγεία ενός οικοσυστήματος, ίσως τελικά να είναι η αντανάκλαση της συλλογικής ψυχοσωματικής υγείας των κατοίκων του…
Σύμφωνα λοιπόν με τη βουδιστική αντίληψη, κανείς ακτιβιστής οικολόγος και κανένα μέλος μη κυβερνητικής οργάνωσης δεν μπορεί να «σώσει» τον πλανήτη, αν δεν «σώσει» πρώτα τον εαυτό του- αν δεν βρει την αληθινή πνευματική του φύση που τον συνδέει με το Όλον.
Σε αυτό το πλαίσιο της συλλογικής υπευθυνότητας των ανθρώπινων όντων για τη Γη, εγγράφεται το ύψιστο ιδεώδες του «Μποντισάττβα», εκείνου δηλαδή που έχει αφιερώσει ολόκληρη την ύπαρξή του για το όφελος των άλλων όντων. Ένας Μποντισάττβα (αν και απελευθερωμένος ο ίδιος) δεσμεύεται με ιερούς όρκους να παραμείνει μέσα στον αέναο κύκλο των υπάρξεων, με σκοπό να βοηθήσει τα όντα να απαλλαγούν από τη δυστυχία. Με δυο λόγια, δεσμεύεται να φροντίζει τη Ζωή, σε κάθε μορφή της.
Η Γη, αυτή η γηραιά, ταλαιπωρημένη και πανέμορφη μέσα στη πολύ-ποικιλότητά της Γη, για έναν βουδιστή είναι κάτι πολύ παραπάνω από ένας πλανήτης που, για τους ορθολογιστές υλιστές, βρίσκεται απλά «σε κίνδυνο»: είναι η τέλεια καθαρή και ιερή εκδήλωση του φωτισμένου νου.

 

Προσκύνημα στο Δέντρο της Φώτισης

IMG_1000.JPG

Ο Ναός ορθώνεται σαν παγόδα σε πολλά επίπεδα, χτισμένος με πέτρα και μάρμαρο σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, σκαλισμένος περίτεχνα με σκηνές από τη ζωή του Βούδα και επιχρυσωμένος από ευλαβικά χέρια πιστών που διαρκώς κολλούν επάνω του φύλλα χρυσού. Δίπλα ακριβώς στον Ναό, βρίσκεται αγκαλιαστά το Δέντρο της Φώτισης, απόγονος του αρχικού, που διασώθηκε από σπόρους που ταξίδεψαν στη Σρι Λάνκα κι από κει πίσω στην Ινδία, έτσι θέλει ο θρύλος και αν θέλουμε το πιστεύουμε. Η μαγεία του μέρους είναι απερίγραπτη. Μόλις μπαίνεις στον περίβολο, ήδη νιώθεις ότι είσαι σε trance. Καθώς κατεβαίνεις τα σκαλοπάτια που σε οδηγούν στη μπροστινή πλευρά του Ναού, όπου βρίσκεται το περίφημο χρυσό άγαλμα του Βούδα, τα μεγέθη και οι προοπτικές διαρκώς αλλάζουν. Στην αρχή, είσαι ένας μικρός άνθρωπος που έρχεσαι να προσκυνήσεις. Και καθώς πλησιάζεις, νιώθεις σαν να βρίσκεται το σώμα σου και ο ναός σε μια τέλεια αναλογία αντιστοίχισης. Βλέποντάς τον, είναι σαν να βλέπεις το σώμα σου, που είναι ένας Βούδας, σε στάση διαλογισμού, με τα χέρια ενωμένα στη καρδιά. Εσύ είσαι ο Ναός. Ακολουθείς το πολύχρωμο πλήθος στη δεξιόστροφη περιφορά γύρω από το σύμπλεγμα του Ναού και του Δέντρου. Περπατάς αργά και απαγγέλλεις μάντρα. Οι ήχοι των προσευχών από τις διαφορετικές γλώσσες αναμειγνύονται σε ένα υποβλητικό βουητό κυψέλης. Η ενέργεια της ευλογίας είναι διάχυτη και τόσο αληθινή, που ξεχνάς εντελώς τον εαυτό σου. Αλλά αυτό θα το βιώσεις πιο πολύ, στη διάρκεια των ημερών που θα ακολουθήσουν.

……………..

Το Δέντρο, μπορείς να το πεις και Δέντρο της Ζωής. Γεμάτο πολύχρωμα πουλιά, σκιουράκια, πεταλούδες. Γεμάτο μεταξωτά υφάσματα και γιρλάντες λουλουδιών που το στολίζουν οι πιστοί, γεμάτο προσευχές που δεν σταματούν ποτέ, νύχτα μέρα. Το Δέντρο της Φώτισης είναι το πιο ζεστό και φωτεινό σημείο πάνω στον πολύπαθο αυτό πλανήτη. Το μέρος όπου απλά κάθεσαι και ο διαλογισμός συμβαίνει. Όπου ξεπερνάς τις αναστολές, τους φόβους και τις προσωπικές σου ατζέντες με την ευκολία του αέρα που κουνάει τα φύλλα του, σε σχήμα καρδιάς. Το Δέντρο της Φώτισης είναι το ορόσημο στη ζωή σου. Εκεί που θα επιστρέφεις ξανά και ξανά, για να επανασυνδεθείς με την φωτισμένη πρόθεση όλων των όντων. Το Δέντρο που απλώνοντας τα κλαδιά του αγκαλιάζει όλα τα όντα και τα ενώνει πέρα από χρόνο και χώρο.

(Η συνέχεια στο επόμενο Άβατον)

 

“ΞΕΝΟΣ”;

46958464_10216622968063130_6866151847162281984_n

Άν τολμήσουμε για μια μοναδική στιγμή να κάνουμε μια βουτιά στα βάθη της ύπαρξής μας: εκεί που το νερό είναι ζεστό και ήσυχο, αφήνοντας στην άκρη τα κύματα και την ταραχή της καθημερινής δραστηριότητας… αφήνοντας τους ρόλους και τις ταμπέλες που μας περιορίζουν ασφυκτικά μέσα στην ατομικότητα… εκεί που οι πόρτες και τα παράθυρα της ψυχής ανοίγουν διάπλατα…Τότε ξαφνικά μπορεί να διαπιστώσουμε ότι δεν υπάρχει κανένας «εαυτός», δεν υπάρχει κανένας «άλλος», δεν υπάρχει κανένας φόβος και καμιά απειλή! Και είναι σαν να ξυπνάμε ξαφνικά από έναν βαθύ ύπνο. Ανοίγοντας τα μάτια, ανασαίνουμε επιτέλους πιο βαθιά, πιο ήρεμα. Και τότε μπορεί να αποφασίσουμε να πάψουμε πια να κατασκευάζουμε τους «ξένους» γύρω μας. Αποφασίζουμε να βγούμε από τον μοναχικό τόπο της αλαζονείας, που είναι η αυτοεξορία μας. Να απεκδυθούμε την επιτήδευση του παλιού εαυτού μας και να αρχίσουμε απλά να υπάρχουμε, χωρίς ονόματα, χωρίς ταμπέλες. Να συνυπάρχουμε στο συλλογικό παιχνίδι της ζωής. Γιατί τότε συνειδητοποιούμε ότι η ίδια η αλλοτρίωση, η αποξένωση από την αληθινή μας φύση ήταν που δημιουργούσε τόσο καιρό τους «ξένους» γύρω μας. Ο κάθε ξένος εκεί έξω δεν ήταν παρά το δικό μας ανδρείκελο, μια προβολή, η αντανάκλαση του Άγνωστου μέσα μας…

Ξανα-εφευρίσκοντας τον Ηρωισμό στη ζωή μας!

Exif JPEG

Έχουμε πήξει στους κατασκευασμένους «ήρωες» κάθε μορφής- Ήρωες κόμικ, ήρωες πολέμου, ήρωες σελέμπριτυ, ήρωες μεγιστάνες, ήρωες επεισοδίων στη τιβι…Ξεχνάμε τους αληθινούς ήρωες που δεν τους καταπίνει η μιζέρια και τους θυμόμαστε μόνο μετά από μια εθνική καταστροφή, σαν αυτή τη πρόσφατη στο Μάτι. Τότε όλοι μαζί…ααααα….αναφωνούμε, μπράβο στους πυροσβέστες μας, μπράβο στους εθελοντές μας, μπράβο στους ήρωες!

Ξεχνάμε όμως και το πιο βασικό: ότι για να λειτουργήσει κανείς ηρωικά αυθόρμητα σε μια δεδομένη στιγμή, θα πρέπει μέσα του να έχει καλλιεργήσει τον σπόρο της καλοσύνης για πολύ καιρό. Θα πρέπει να έχει σπείρει τη συνείδησή του με καλοπροαίρετες σκέψεις και τη ζωή του με μικρές καλοπροαίρετες και ανιδιοτελείς πράξεις. Τότε μόνον μπορεί να ανθίσει ο ηρωισμός στα δύσκολα!

(…η συνέχεια στο επόμενο Άβατον Σεπτεμβρίου 2018)

My Zen Cat Master

Μια γατίσια μετενσάρκωση Ζεν Δασκάλου

RJSP51C

Είμαι πλέον βέβαιη, ο Amadeus δεν είναι απλά μια γάτα. Θα μου πείτε, το ίδιο ισχυρίζονται οι απανταχού γατόφιλοι όλων των εποχών… Πλην όμως, οι περισσότεροι από αυτούς τονίζουν την ανεξαρτησία και την ιδιοτροπία σαν τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά των λατρεμένων αυτών απαλών χνουδωτών τετράποδων. Στη περίπτωσή μας όμως, έχουμε να κάνουμε με έναν γάτο-δάσκαλο! Κανονικά και με τον νόμο, μου έχει επιβληθεί σαν ένας οικόσιτος Zen master, που με το άγρυπνο μάτι του ελέγχει και παρατηρεί κάθε στιγμή την καθημερινότητά μου.

Από τότε που με υιοθέτησε, τρία χρόνια πριν, ο γατούλης αυτός δεν παύει στιγμή να μου υπενθυμίζει μερικά θεμελιώδη πνευματικά μαθήματα, τα οποία όλοι βέβαια μπορεί να τα γνωρίζουμε θεωρητικά, αλλά τείνουμε να τα «ξεχνάμε» ολοένα, υπό το κράτος της καθημερινής κούρασης και διάσπασης. Ας δούμε λοιπόν, τι έχω μάθει από τον Amadeus αυτά τα λίγα χρόνια που με τιμά με την παρουσία του!

Και πρώτα απ’όλα, μου διδάσκει υπομονή. Ατελείωτη καρτερικότητα και αδιάλειπτη προσοχή. Ένας τέτοιος γάτος που σέβεται τον εαυτό του σαν άξιος εκπρόσωπος των αιλουροειδών, ποτέ δεν δείχνει ανυπομονησία όταν καιροφυλακτεί στη γωνία μέχρι να επιτεθεί στο θήραμά του, το οποίο μπορεί ας πούμε να είναι το πόδι μου που περνάει ή κανένα κακόμοιρο αμέριμνο έντομο που έτυχε να πετάει κατά κει… Ξέρει ότι η επιτυχία του κάθε εγχειρήματος, η αίσια έκβαση της κάθε υπόθεσης, τα πάντα, εξαρτώνται από το καλό timing. Είναι διατεθειμένος να κρατήσει τον νου και τα μάτια του σε μονο-εστιακή συγκέντρωση καλύτερα από τον πιο προχωρημένο ασκητή του Dzogchen, όταν εντοπίσει τον κινούμενο στόχο του. Κι εκεί που νομίζεις ότι απλά ξεχάστηκε και αράζει με τις ώρες ξαπλωμένος μπρούμυτα στο χαλί, ορμά εν ριπή οφθαλμού και τσακώνει την δύσμοιρη μυγούλα! (την οποία προσπαθώ πάντα, αν και όχι με σίγουρη επιτυχία, να διασώσω…)

Στη συνέχεια, μου διδάσκει την επιμονή. Έτσι κι αποφασίσει ότι πεινάει, ακόμη κι αν είναι άσχετη η ώρα του κανονικού γεύματος, είναι ικανός να κάθεται μπροστά στο πιατάκι του και να το κοιτάζει ασκαρδαμυκτί μέχρι να υποκύψω, ή μόλις με δει να κινούμαι κρατώντας στα χέρια κάτι φαγώσιμο, να αρχίσει εκείνο το επίμονο νιαούρισμα-κλαψούρισμα, του τύπου: δώσε-και –σε -μας -καλέ-κυρία, μέχρι τελικής πτώσεως! Δεν υπάρχει περίπτωση να κάνει πίσω στην στοχοπροσήλωσή του. Έτσι κι εγώ, πού και πού, παίρνω το μήνυμα να μην κατεβάζω την μπάρα των πνευματικών μου επιδιώξεων…thanks to you, Master Amadeus!

Αν νομίζετε ότι η λίστα στερεύει κάπου εδώ, απατάστε οικτρά, διότι μόλις αρχίσαμε! Το επόμενο μάθημα που μπορώ να καταλάβω, είναι ότι όλα αυτά τα χρόνια προσπαθεί μάταια να με διδάξει την γλώσσα του σώματος, την μη-λεκτική επικοινωνία. Εγώ από την πλευρά μου, σαν επίδοξη συγγραφέας, την  έχω την πετριά με τις λέξεις. Δίνω περισσότερη βαρύτητα στις λεκτικές δηλώσεις, παρά στις πράξεις, κι αυτό είναι ένα δείγμα της απύθμενης βλακείας μου, καθώς παρασύρομαι όπως όλοι οι συμπατριώτες μου, ας πούμε σε λανθασμένες εκλογικές συμπεριφορές και επίσης, όπως η συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών σε λάθος ερωτικές επιλογές- μιας και «τσιμπάμε» στο ψηστήρι των όμορφων λέξεων. Ο γατίσιος όμως δάσκαλός μου, δείχνει με την στάση του σώματος και με το βλέμμα του όλη του την αλήθεια, χωρίς καμιά εξαπάτηση. Επίσης, αντιλαμβάνεται την ψυχική μου κατάσταση στη στιγμή και καταλαβαίνει πότε δεν είναι καθόλου καλή ιδέα να ζητήσει χάδια και προσοχή, όταν είμαι θυμωμένη…Απλά, τρέχει μακριά! Είναι θέμα καθαρής συναισθηματικής νοημοσύνης, την οποία φαίνεται ότι οι περισσότεροι εκπρόσωποι της ανθρώπινης φυλής, είτε δεν διαθέτουμε καθόλου, είτε δεν την έχουμε καλλιεργήσει αρκετά…

(Απόσπασμα από άρθρο μου στο τελευταίο Άβατον, τεύχος 156)

Κορίτσια που χάθηκαν

vanmeene-7

Δελχί 2010. Η Π. με κοιτάει ζωηρά στα μάτια και αναλύει με πάθος τις τελευταίες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στην Ινδία. Την ενδιαφέρει κυρίως η θέση της γυναίκας στη χώρα της, που μαστίζεται από γιγάντιες συγκρούσεις πολιτισμών και νοοτροπιών. Πασχίζει να ισορροπήσει ανάμεσα στη πλούσια παράδοση και στο προκλητικό παρόν με τους εκατομμύρια άστεγους, αναλφάβητους και άπορους συμπολίτες της. Η Π. τρέχει από δω κι από κει, συμμετέχει σε πάνελ, σε συνέδρια και σε ημερίδες και μιλάει πολύ. Μιλάει συνέχεια, ελπίζοντας ότι κάπου, κάπως θα εισακουστεί. Διακινδυνεύει πολλές φορές τη σωματική της ακεραιότητα, δέχεται απειλές αλλά δεν μασάει. Τολμάει να νοιώθει κοσμοπολίτισσα σ’ένα βαθιά εθνικιστικό περιβάλλον. Τολμάει να νοιώθει φεμινίστρια σ’ένα βαθιά σωβινιστικό περιβάλλον. Την διακρίνει η υπερηφάνεια της γνώσης. Την διακρίνει επίσης η χάρη της αυτοπεποίθησης. Είναι το κορίτσι που έγινε γυναίκα και που δεν χρειάζεται κανέναν να την «ολοκληρώσει», καθώς είναι από μόνη της ολόκληρη. Όταν στρίβει στη γωνία ανεμίζοντας το χρυσο-πορτοκαλί της σάρι, δεν ανησυχώ καθόλου. Γιατί η Π. δεν μπορεί να χαθεί. Η Π. λάμπει και θα λάμπει ό, τι κι αν γίνει.

Μεξικό 2017. Ημέρα των Νεκρών. Η Μ. μπαίνει φουριόζα στο δωμάτιο. Φέρνει μαζί της όλα τα χρώματα και τα αρώματα της μέρας. Σήκω να ντυθούμε! μου λέει. Με βάφει άσπρη, μαύρη, κόκκινη, πράσινη. Με βάφει με την άγρια ομορφιά του θανάτου και της επαναγέννησης. Με ντύνει με τα ρούχα της παροδικότητας. Όταν κοιτάω στον καθρέφτη, δεν βλέπω πια «εμένα». Βλέπω έναν σκελετό που έχει ανθίσει. Βλέπω τη γη που αναδύει τους βλαστούς της μετά από τον παγωμένο χειμώνα. Βλέπω τα λουλούδια να βλαστάνουν μέσα από τα ερείπια της ζωής. Η Μ. είναι μυήτρια. Δεν χρειάζεται να «κάνει» κάτι για να με μυήσει σε όλο αυτό. Η απλή παρουσία της το κάνει. Το βλέμμα της είναι βαθύ και διεισδυτικό, η χαρά της ανεξέλεγκτη και η γνώση της αρχαία. Γελάει με το δράμα. Παίζει με το δράμα. Αναγεννιέται με το δράμα. Θέλει να με πάει στην οικογένειά της που την περιμένουν. Τους βρίσκουμε εκεί, στριμωγμένους όλους μαζί σ’ένα πορτοκαλί σπιτάκι. Τα αμέτρητα φωνακλάδικα αδέρφια και ξαδέρφια, στους χαμογελαστούς θείους και στις χρωματιστές θείες, γιαγιάδες και παππούδες που καπνίζουν την πίπα τους. Η οικογένειά της είναι ένα ολόκληρο χωριό ανθρώπων! Πίνουμε και τρώμε όλοι μαζί το ελιξήριο της ζωής. Χορεύουμε όλη τη νύχτα και κάποια στιγμή η Μ. μπαίνει σ’ένα αμάξι και χάνεται. Ρωτάω γύρω μου, τι έγινε; πού πάει; Ακούω ακόμη το γέλιο τους.

(Απόσπασμα από άρθρο μου στο τελευταίο Άβατον, τεύχος 155)